sobrepor-se

verbo pronominal
1.
επικαλύπτομαι, υπερκαλύπτομαι
telhado formado por telhas que se sobrepõem parcialmente
σκεπή αποτελούμενη από κεραμίδια που υπερκαλύπτονται μερικώς
2.
υπερτερώ [a, + gen.], επικρατώ [a, + gen.]
havia outras forças, que se sobrepunham às suas
υπήρχαν άλλες δυνάμεις, που υπερτερούσαν των δικών του
nada se sobrepunha à sua sede de aprender
τίποτα δεν επικρατούσε της δίψας του για μάθηση
um sentimento que se sobrepunha a todos os outros
ένα συναίσθημα που επικρατούσε όλων των άλλων
3.
υπερκαλύπτω [a, -]
na sua mente, os pensamentos sucediam-se, sobrepondo-se uns aos outros
στο μυαλό του, οι σκέψεις διαδέχονταν, υπερκαλύπτοντας η μία την άλλη
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – sobrepor-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 23:38:12]. Disponível em