sobrevir

so.bre.vir
sobrəˈvir
verbo intransitivo
1.
επέρχομαι, γίνομαι
a atenção dele afrouxou, e sobreveio o acidente
η προσοχή του χαλάρωσε, και έγινε το ατύχημα
depois daquela fúria toda, sobreveio acalmia
μετά από εκείνο το ξέπασμα θυμού, επήλθε το καταλάγιασμα
2.
συμβαίνω, γίνομαι, επισυμβαίνω literário
quando menos se esperava, sobreveio uma grande trovoada
όταν δεν το περίμενε κανείς, συνέβη μια μεγάλη καταιγίδα
VER +
Porto Editora – sobrevir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 06:29:30]. Disponível em