sorte

sor.te
ˈsɔrt(ə)
nome feminino
1.
μοίρα, τύχη
conta-se entre os privilegiados da sorte
συμπεριλαμβάνεται στους προνομιούχους της μοίρας
defender os deserdados da sorte
προστατεύω τους απόκληρους της τύχης
lutar contra os embates da sorte
πολεμώ τα χτυπήματα της μοίρας
náufragos abandonados à sua sorte
ναυαγοί εγκαταλειμμένοι στη μοίρα τους
os favorecidos da sorte
οι ευνοούμενοι της τύχης
2.
τύχη, μοίρα, ριζικό neutro
a recusa (de alguém) em se conformar com a sua sorte
η άρνηση (κάποιου) να αποδεχθεί τη μοίρα του
chorar amargamente a sua sorte
κλαίω πικρά τη μοίρα μου
cumpre melhorar a sorte daqueles desgraçados!
επιβάλλεται να βελτιωθεί η μοίρα εκείνων των δύστυχων!
é um insatisfeito, anda sempre a gemer com a sua sorte
είναι ένας ανικανοποίητος, πάντα στενάζει για τη μοίρα του
ninguém conhece a sua sorte
κανείς δεν ξέρει το ριζικό του
pôs-se a deplorar a sua sorte
βάλθηκε να κλαίει τη μοίρα του
3.
τύχη
armar-se contra os reveses da sorte
οπλίζομαι ενάντια στις αναποδιές της τύχης
arriscar a sorte
διακυβεύω την τύχη μου
confiar na sorte
εμπιστεύομαι την τύχη μου
desligar a sua sorte da de (alguém)
αποσυνδέω τις τύχες μου από εκείνες (κάποιου)
interesse serôdio pela sorte (de alguém)
όψιμο ενδιαφέρον για την τύχη (κάποιου)
interroguei-me sobre a sorte daquela gente
αναρωτήθηκα σχετικά με την τύχη εκείνων των ανθρώπων
os azares da sorte
τα σκαμπανεβάσματα της τύχης
sentia angústia pela sorte dos sinistrados
ένιωθε αγωνία για την τύχη των πληγέντων
tentar a sua sorte
δοκιμάζω την τύχη μου
4.
τύχη, καλοτυχία
cobiçam a sorte que tu tens
εποφθαλμιούν την καλοτυχία σου
dar sorte
φέρνω τύχη
golpe de sorte
αναλαμπή τύχης
encantei-me com aquela sorte inesperada
κατευχαριστήθηκα μ' εκείνη την απρόσμενη καλοτυχία
não sei se foi sorte ou predestinação
δεν ξέρω αν ήταν η τύχη ή η μοίρα
que sorte brutal!
τι απίστευτη τύχη!
5.
ευτύχημα neutro
a sorte foi aparecer alguém que me ajudou
το ευτύχημα ήταν ότι εμφανίστηκε κάποιος που με βοήθησε
foi uma sorte não teres vindo
ήταν ευτύχημα που δεν είχες έρθει
à sorte
στην τύχη
escolher à sorte
διαλέγω στην τύχη

tirar à sorte
βγάζω στην τύχη
a sorte não cai do céu aos trambolhões
συν Αθηνά και χείρα κίνει
boa sorte!
καλή επιτυχία!
desejar boa sorte (a alguém)
εύχομαι καλή επιτυχία (σε κάποιον)
de sorte que
οπότε, (και) έτσι λοιπόν
desta sorte
καθ' αυτόν τον τρόπο
estar com/ter sorte
είμαι τυχερός
tiveste imensa sorte
ήσουν πολύ τυχερός
estar entregue à sua sorte
έχω παραδοθεί στη μοίρα μου
má sorte
κακοτυχία, ατυχία
a má sorte acossa-nos
η ατυχία μας κυνηγά
por sorte
κατά τύχη, ευτυχώς
que sorte!
τι τύχη!
sorte dos diabos
τύχη βουνό
sorte grande
πρώτος λαχνός, μεγάλο λαχείο
quem me dera que me saísse a sorte grande!
μακάρι να μου έπεφτε ο πρώτος λαχνός!
sorte macaca/ingrata/madrasta
άτιμη τύχη, κακοτυχία
ter pouca sorte
είμαι άτυχος
ANAGRAMAS
Porto Editora – sorte no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-26 13:57:52]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
seleção ao acaso / seleção à sorte
τυχαιοποιημένη επιλογή
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
sorte superabundante
περισσεύον είδος
sorte em falta
είδος που λείπει
FINANÇAS
extração / sorteio / tiragem / tiragem à sorte
κλήρωση, κλήρωση τίτλων
acompanhar a sorte
ο αντασφαλιστής ακολουθεί την τύχη του πρωτασφαλιστού