submergir

sub.mer.gir
submərˈʒir
verbo transitivo
1.
κατακλύζω, πλημμυρίζω
por um momento, as ondas submergiram o molhe
για μια στιγμή, τα κύματα κατέκλυσαν το μόλο
2.
βυθίζω
comentário que me submergiu em pensamentos
σχόλιο που με βύθισε σε σκέψεις
3.
πνίγω, κατακλύζω
canseiras que ameaçavam submergi-la
σκοτούρες που απειλούσαν να την πνίξουν
verbo intransitivo
1.
καταδύομαι
ele submergiu sem garrafas de oxigénio
αυτός καταδύθηκε χωρίς φιάλες οξυγόνου
os golfinhos respiraram e submergiram
τα δελφίνια πήραν ανάσα και καταδύθηκαν
o submarino começou a submergir
το υποβρύχιο άρχισε να καταδύεται
2.
βυθίζομαι
submergir num mundo imaginário
βυθίζομαι σ' ένα ιδεατό κόσμο
submergiu no meio da multidão, e desapareceu
βυθίστηκε στη μέση του πλήθους, και εξαφανίστηκε
3.
πνίγομαι, κατακλύζομαι
submergir em preocupações
κατακλύζομαι από βάσανα
Porto Editora – submergir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 08:06:58]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
chapéu submerso / manta submersa
βυθισμένη στιβάδα καταλοίπων
CIÊNCIAS
peso unitário do solo submerso
βάρος μονάδος εμβυθισμένου εδάφους
terreno submerso
περιοχή καλυπτόμενη με νερό, πλημμυρισμένη περιοχή
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
motor molhado / motor submerso
μοτέρ με στάτορα και ρότορα βυθισμένο σε υγρό
VER +