submeter-se

verbo pronominal
1.
υποτάσσομαι [a, σε], υποδουλώνομαι [a, σε]
as tropas lutaram duramente para não se submeterem
οι στρατιώτες πολέμησαν σκληρά, για να μην υποταχθούν
o país teve de se submeter aos dominadores
η χώρα αναγκάστηκε να υποταχτεί στους εξουσιαστές
2.
υποτάσσομαι [a, σε]
ela não quer submeter-se a ninguém
αυτή δεν θέλει να υποτάσσεται σε κανένα
submeter-se ao mandado da razão
υποτάσσομαι στο πρόσταγμα της σύνεσης
submeter-se com docilidade (a alguém)
υποτάσσομαι με ευπείθεια (σε κάποιον)
3.
υποβάλλομαι [a, σε]
ele submeteu-se a uma série de exames médicos
αυτός υποβλήθηκε σ' ένα σωρό από ιατρικές εξετάσεις
4.
υποβάλλω τον εαυτό μου [a, σε]
submeto-me à aprovação da nação
υποβάλλω τον εαυτό μου στην έγκριση του έθνους
5.
υποκύπτω [a, σε]
submeter-se ao fascínio (de alguém)
υποκύπτω στη γοητεία (κάποιου)
Porto Editora – submeter-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:35:33]. Disponível em