subtrair

sub.tra.ir
subtrɐˈir
verbo transitivo
1.
MATEMÁTICA αφαιρώ, βγάζω
subtrair o diminuidor do diminuendo
από τον αφαιρέτη βγάζουμε τον αφαιρετέο
2.
υπεξαιρώ, υπεξάγω, υποκλέπτω
acusam-na de ter subtraído joias do cofre da patroa
την κατηγορούν ότι υπέκλεψε κοσμήματα από το χρηματοκιβώτιο της κυράς της
3.
αφαιρώ
não vou subtrair mais tempo à minha família!
δεν θα αφαιρέσω κι άλλο χρόνο από την οικογένειά μου!
subtraíram-lhe algumas competências
του αφαίρεσαν μερικές αρμοδιότητες
subtrair direitos adquiridos
αφαιρώ κεκτημένα δικαιώματα
4.
γλιτώνω [a, από]
não foi fácil subtrair o cantor à perseguição dos fãs
δεν ήταν εύκολο να γλιτώσεις τον τραγουδιστή από το κυνηγητό των θαυμαστών του
pensou que o podiam subtrair ao pagamento da multa
νόμισε ότι θα μπορούσαν να τον γλιτώσουν από την πληρωμή του προστίμου
verbo intransitivo
MATEMÁTICA αφαιρώ
aprendeu a somar e a subtrair
έμαθε να προσθέτει και να αφαιρεί
ANAGRAMAS
Porto Editora – subtrair no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 00:22:51]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
caudal subtraído
ρυθμός ροής μιας δευτερεύουσας ροής