Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
su.ces.si.voseparador fonéticasusəˈsivu
adjetivo
1.
επόμενος
choveu nos dois dias sucessivos
έβρεξε στις επόμενες δύο μέρες
na zona sucessiva da estrada
στο επόμενο κομμάτι του δρόμου
2.
διαδοχικός
a ordem sucessiva em Inglaterra
η διαδοχική σειρά στην Αγγλία
a razão de duas amplitudes sucessivas
ο λόγος ανάμεσα σε δύο διαδοχικά πλάτη
3.
συνεχής
guerras sucessivas, que arruinaram o país
συνεχείς πόλεμοι, που κατέστρεψαν τη χώρα
4.
επάλληλος, αλλεπάλληλος, διαδοχικός
as sucessivas desgraças arrasaram-lhe o moral
οι επάλληλες συμφορές του τσάκισαν το ηθικό
interrupções sucessivas
αλλεπάλληλες διακοπές
os fracassos sucessivos frustraram-no
οι επάλληλες αποτυχίες τον απογοήτευσαν
os sucessivos problemas acabaram com a sua saúde mental
τα διαδοχικά προβλήματα έθεσαν τέλος στην πνευματική του υγεία

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • LAW
    trato sucessivo
    el
    σειρά ιδιοκτησίας, διαδοχικοί τίτλοι
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    tratamento sucessivo
    el
    επάλληλος εφαρμογή(μιας πειραματικής επέμβασης)
  • FINANCE
    venda sucessiva
    el
    διαδοχικές πωλήσεις
  • cultivation system
    cultura sucessiva
    el
    διαδοχική καλλιέργεια
  • land transport / building and public works / TRANSPORT
    injeções sucessivas
    el
    έγχυσις σταδιακής εκτελέσεως
  • LAW
    audiência sucessiva
    el
    διαδοχική συνεδρίαση
  • emissão gama em cascata / raios sucessivos gama / raios de cascata gama / cascata gama
    el
    αλληλοδιαδοχικές ακτίνες γάμμα
  • communications / information technology and data processing
    aproximações sucessivas
    el
    διαδοχικές προσεγγίσεις
  • industrial structures
    branqueamento por fases / branqueamento multiestágio / branqueamento em várias etapas / branqueamentos sucessivos
    el
    λεύκανση πολλών σταδίων
  • mechanical engineering / building and public works
    relé de impulsos sucessivos
    el
    ρελαί με βαθμωτή ζεύξη, ηλεκτρονόμος με βαθμωτή ζεύξη
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cortes sucessivos em faixas
    el
    υλοτομία κατά λωρίδας
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cortes sucessivos uniformes
    el
    διαδοχική υλοτομία
  • electronics and electrical engineering
    câmara de passos sucessivos
    el
    κάμερα με επανάληψη βήματος, φωτογραφική μηχανή με επανάληψη βήματος
  • cultivation system
    cultura sucessiva secundária / cultura secundária
    el
    δευτερεύουσα διαδοχική καλλιέργεια
  • FINANCE
    isenção dor doações sucessivas / isenção por heranças sucessivas
    el
    φορολογική ελάφρυνση λόγω κληρονομικής διαδοχής
  • iron, steel and other metal industries
    projeção em camadas sucessivas
    el
    ψεκασμός διαδοχικών στρωμάτων
  • iron, steel and other metal industries
    soldadura por blocos sucessivos
    el
    συγκόλληση κατά πηδήματα
  • insurance
    acordo de pagamentos sucessivos
    el
    δομημένος διακανονισμός, κατευθυνόμενος διακανονισμός, ελεγχόμενος διακανονισμός
  • information technology and data processing
    registo de aproximação sucessiva
    el
    καταχωρητής διαδοχικής προσέγγισης
  • statistics
    diferenciação / método da diferenciação / método das diferenças / métodos das diferenças sucessivas
    el
    μέθοδος διαδοχικών διαφορών
  • iron, steel and other metal industries
    projeção de duas camadas sucessivas
    el
    ψεκασμός δύο διαδοχικών στρωμάτων
  • land transport / building and public works / TRANSPORT
    injeções sucessivas com obturadores
    el
    έγχυσις σταδιακής εκτελέσεως μετ'εμφρακτήρων
  • statistics
    estatística de diferenças sucessivas
    el
    στατιστική συνάρτηση διαδοχικών διαφορών
  • building and public works / technology and technical regulations
    transferências sucessivas de medidas
    el
    διαδοχικές μεταφορές μετρήσεων
  • communications
    intervalo entre interrupções sucessivas
    el
    περίοδος μεταξύ διαδοχικών διακοπών
  • information technology and data processing
    conversor A/D de aproximações sucessivas
    el
    αναλογοψηφιακός μετατροπέας διαδοχικών προσεγγίσεων
  • land transport / building and public works / TRANSPORT
    injeções sucessivas em sentido ascendente
    el
    έγχυσις σταδιακής εκτελέσεως εκ των κάτω
  • international law
    escala de elementos de conexão sucessivos
    el
    κλίμακα διαδοχικών κριτηρίων σύνδεσης
  • statistics / SCIENCE
    média quadrática das diferenças sucessivas
    el
    μέση τετραγωνική διαδοχική διαφορά
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    distribuição por turnos de água sucessivos
    el
    σύστημα διανομής κατά σειράν
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    passagem para peixes por bacias sucessivas
    el
    ιχθυοδίοδος μετά διαδοχικών δεξαμενών
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    regime de cortes sucessivos em faixas alternadas
    el
    Μέθοδος αναγέννησης με εναλλασσόμενες αποψιλωτικές υλοτομίες κατά λωρίδες
  • building and public works / life sciences
    correção mediante barragens sucessivas na torrente
    el
    διευθέτησις εν είδει βαθμίδων
  • medical science
    diluição por desdobramentos sucessivos do reagente
    el
    διαδοχική αραίωση με διπλές ανελίξεις του αντιδραστηρίου
  • statistics / SCIENCE
    média modificada dos quadrados das diferenças sucessivas
    el
    τροποποιημένη μέση τετραγωνική διαδοχική διαφορά
  • iron, steel and other metal industries
    execução de brasagens sucessivas a temperaturas diferentes
    el
    κλιμακωτή συγκόλληση
  • iron, steel and other metal industries
    danificação técnica de um refratário em sucessivos quente-frio
    el
    κατάπτωση της δομής λόγω θερμικών μεταβολών
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    passagem para peixes por bacias sucessivas com paredes ranhuradas
    el
    ιχθυοδίοδος εκ διαδοχικών δεξαμενών μετά τοιχωμάτων με εγκοπάς
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    passagem para peixes por bacias sucessivas com orifícios submersos
    el
    ιχθυοδίοδος εκ διαδοχικών δεξαμενών μετά βυθισμένων στομίων
  • building and public works / life sciences
    processo de piquetagem de uma curva por segmentos sucessivos sem medir ângulos
    el
    μέθοδος χάραξης καμπύλης σε διαδοχικά τμήματα χωρίς γωνιομετρήσεις
  • EUROPEAN UNION
    Comité de Contacto para o direito de sequência em benefício do autor de uma obra de arte original que seja objeto de alienações sucessivas
    el
    Επιτροπή επαφών για το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – sucessivo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-03-01 10:18:13]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • LAW
    trato sucessivo
    el
    σειρά ιδιοκτησίας, διαδοχικοί τίτλοι
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    tratamento sucessivo
    el
    επάλληλος εφαρμογή(μιας πειραματικής επέμβασης)
  • FINANCE
    venda sucessiva
    el
    διαδοχικές πωλήσεις
  • cultivation system
    cultura sucessiva
    el
    διαδοχική καλλιέργεια
  • land transport / building and public works / TRANSPORT
    injeções sucessivas
    el
    έγχυσις σταδιακής εκτελέσεως
  • LAW
    audiência sucessiva
    el
    διαδοχική συνεδρίαση
  • emissão gama em cascata / raios sucessivos gama / raios de cascata gama / cascata gama
    el
    αλληλοδιαδοχικές ακτίνες γάμμα
  • communications / information technology and data processing
    aproximações sucessivas
    el
    διαδοχικές προσεγγίσεις
  • industrial structures
    branqueamento por fases / branqueamento multiestágio / branqueamento em várias etapas / branqueamentos sucessivos
    el
    λεύκανση πολλών σταδίων
  • mechanical engineering / building and public works
    relé de impulsos sucessivos
    el
    ρελαί με βαθμωτή ζεύξη, ηλεκτρονόμος με βαθμωτή ζεύξη
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cortes sucessivos em faixas
    el
    υλοτομία κατά λωρίδας
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cortes sucessivos uniformes
    el
    διαδοχική υλοτομία
  • electronics and electrical engineering
    câmara de passos sucessivos
    el
    κάμερα με επανάληψη βήματος, φωτογραφική μηχανή με επανάληψη βήματος
  • cultivation system
    cultura sucessiva secundária / cultura secundária
    el
    δευτερεύουσα διαδοχική καλλιέργεια
  • FINANCE
    isenção dor doações sucessivas / isenção por heranças sucessivas
    el
    φορολογική ελάφρυνση λόγω κληρονομικής διαδοχής
  • iron, steel and other metal industries
    projeção em camadas sucessivas
    el
    ψεκασμός διαδοχικών στρωμάτων
  • iron, steel and other metal industries
    soldadura por blocos sucessivos
    el
    συγκόλληση κατά πηδήματα
  • insurance
    acordo de pagamentos sucessivos
    el
    δομημένος διακανονισμός, κατευθυνόμενος διακανονισμός, ελεγχόμενος διακανονισμός
  • information technology and data processing
    registo de aproximação sucessiva
    el
    καταχωρητής διαδοχικής προσέγγισης
  • statistics
    diferenciação / método da diferenciação / método das diferenças / métodos das diferenças sucessivas
    el
    μέθοδος διαδοχικών διαφορών
  • iron, steel and other metal industries
    projeção de duas camadas sucessivas
    el
    ψεκασμός δύο διαδοχικών στρωμάτων
  • land transport / building and public works / TRANSPORT
    injeções sucessivas com obturadores
    el
    έγχυσις σταδιακής εκτελέσεως μετ'εμφρακτήρων
  • statistics
    estatística de diferenças sucessivas
    el
    στατιστική συνάρτηση διαδοχικών διαφορών
  • building and public works / technology and technical regulations
    transferências sucessivas de medidas
    el
    διαδοχικές μεταφορές μετρήσεων
  • communications
    intervalo entre interrupções sucessivas
    el
    περίοδος μεταξύ διαδοχικών διακοπών
  • information technology and data processing
    conversor A/D de aproximações sucessivas
    el
    αναλογοψηφιακός μετατροπέας διαδοχικών προσεγγίσεων
  • land transport / building and public works / TRANSPORT
    injeções sucessivas em sentido ascendente
    el
    έγχυσις σταδιακής εκτελέσεως εκ των κάτω
  • international law
    escala de elementos de conexão sucessivos
    el
    κλίμακα διαδοχικών κριτηρίων σύνδεσης
  • statistics / SCIENCE
    média quadrática das diferenças sucessivas
    el
    μέση τετραγωνική διαδοχική διαφορά
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    distribuição por turnos de água sucessivos
    el
    σύστημα διανομής κατά σειράν
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    passagem para peixes por bacias sucessivas
    el
    ιχθυοδίοδος μετά διαδοχικών δεξαμενών
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    regime de cortes sucessivos em faixas alternadas
    el
    Μέθοδος αναγέννησης με εναλλασσόμενες αποψιλωτικές υλοτομίες κατά λωρίδες
  • building and public works / life sciences
    correção mediante barragens sucessivas na torrente
    el
    διευθέτησις εν είδει βαθμίδων
  • medical science
    diluição por desdobramentos sucessivos do reagente
    el
    διαδοχική αραίωση με διπλές ανελίξεις του αντιδραστηρίου
  • statistics / SCIENCE
    média modificada dos quadrados das diferenças sucessivas
    el
    τροποποιημένη μέση τετραγωνική διαδοχική διαφορά
  • iron, steel and other metal industries
    execução de brasagens sucessivas a temperaturas diferentes
    el
    κλιμακωτή συγκόλληση
  • iron, steel and other metal industries
    danificação técnica de um refratário em sucessivos quente-frio
    el
    κατάπτωση της δομής λόγω θερμικών μεταβολών
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    passagem para peixes por bacias sucessivas com paredes ranhuradas
    el
    ιχθυοδίοδος εκ διαδοχικών δεξαμενών μετά τοιχωμάτων με εγκοπάς
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    passagem para peixes por bacias sucessivas com orifícios submersos
    el
    ιχθυοδίοδος εκ διαδοχικών δεξαμενών μετά βυθισμένων στομίων
  • building and public works / life sciences
    processo de piquetagem de uma curva por segmentos sucessivos sem medir ângulos
    el
    μέθοδος χάραξης καμπύλης σε διαδοχικά τμήματα χωρίς γωνιομετρήσεις
  • EUROPEAN UNION
    Comité de Contacto para o direito de sequência em benefício do autor de uma obra de arte original que seja objeto de alienações sucessivas
    el
    Επιτροπή επαφών για το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – sucessivo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-03-01 10:18:13]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais