sugerir

su.ge.rir
suʒəˈrir
verbo transitivo
1.
υποδεικνύω, προτείνω
sugeri uma solução de compromisso
υπέδειξα μια συμβιβαστική λύση
sugiro-te que vás a um especialista
σου προτείνω να πας σ' έναν ειδικό
2.
προτείνω
quem me sugeriu este médico foi um amigo
αυτός που μου πρότεινε αυτό το γιατρό ήταν ένας φίλος μου
queres sugerir-me uma escolha?
θες να μου προτείνεις μια επιλογή;
3.
υπονοώ, υπαινίσσομαι
depois do que ele sugeriu, fiquei desconfiado
μετά από αυτά που υπαινίχθηκε, έγινα καχύποπτος
o que é que estás a sugerir?
τι υπονοείς;
4.
θυμίζω
que te sugere esta canção?
τι σου θυμίζει αυτό το τραγούδι;
Porto Editora – sugerir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:48:37]. Disponível em