superar

su.pe.rar
supəˈrar
verbo transitivo
1.
υπερπηδώ, υπερνικώ, ξεπερνώ, υπερβαίνω
com o estudo, o aluno conseguiu superar as suas lacunas
με τη μελέτη, ο μαθητής μπόρεσε να ξεπεράσει τα κενά του
conseguiu superar a sua desvantagem
κατάφερε να υπερνικήσει το μειονέκτημά του
conseguiu superar inúmeros escolhos
κατάφερε να υπερπηδήξει αναρίθμητους σκοπέλους
entreajudaram-se para superar os problemas
αλληλοβοηθήθηκαν για να ξεπεράσουν τα προβλήματα
era bom que superasses esse medo
καλό θα ήταν να ξεπεράσεις αυτό το φόβο
superar uma crise
υπερπηδώ μια κρίση
superar um obstáculo
υπερπηδώ ένα εμπόδιο
tentar superar divergências
προσπαθώ να υπερνικήσω διαφορές
2.
ξεπερνώ, υπερέχω literário [+ gen.]
estudou muito, e superou todos os colegas
διάβασε πολύ, και ξεπέρασε όλους τους συμμαθητές του
3.
ξεπερνώ, υπερβαίνω
ele superou todas as expectativas
αυτός ξεπέρασε κάθε προσδοκία
inteligência que supera o normal
εξυπνάδα που ξεπερνάει το συνηθισμένο
luxo que supera tudo o que se possa imaginar
πολυτέλεια που υπερβαίνει ό,τι μπορείς να φανταστείς
não deves superar o limite de velocidade
δεν πρέπει να υπερβαίνεις τον όριο ταχύτητας
os gastos superam as receitas
τα έξοδα υπερβαίνουν τα έσοδα
Porto Editora – superar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 02:25:53]. Disponível em