sus.ter
suʃˈter
suʃˈterverbo transitivo
1.
στηρίζω, υποστηρίζω, βαστώ
as traves que sustêm o telhado
τα δοκάρια που βαστούν τη στέγη
2.
συγκρατώ, βαστώ
suster um manto com uma fíbula
συγκρατώ ένα μανδύα με περόνη
3.
στηρίζω, βαστώ, κρατώ
as pernas só fracamente o podiam suster
τα πόδια του μόνο αδύναμα μπορούσαν να τον βαστήξουν
4.
σταματώ
susteve o passo e ficou a olhar
σταμάτησε το βήμα του και στάθηκε να κοιτάζει
5.
συγκρατώ
era impossível suster o avanço da lava
ήταν αδύνατο να συγκρατήσει κανείς την προχώρηση της λάβας
6.
κρατώ, συγκρατώ
imergiu a cabeça e susteve a respiração
βούτηξε το κεφάλι και κράτησε την αναπνοή του
não consegui suster a tosse
δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το βήχα
7.
συγκρατώ, καταπνίγω
suster a ira
καταπνίγω την οργή
tentou suster um sorriso de mofa
προσπάθησε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο χλεύης
8.
συγκρατώ
suster a inflação
συγκρατώ τον πληθωρισμό
9.
υποστηρίζω
insiste em suster aquela opinião
επιμένει να υποστηρίξει εκείνη την άποψη
10.
υποστηρίζω, ισχυρίζομαι
sustém que nada tem a ver com o assunto
ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμιά σχέση με το ζήτημα
Partilhar
Como referenciar 
suster – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/suster [visualizado em 2026-06-06 15:29:46].