tentar

ten.tar
tẽˈtar
verbo transitivo
1.
βάζω σε πειρασμό
o Diabo tentou o Senhor
ο Σατανάς έβαλε τον Κύριό μας σε πειρασμό
2.
επιχειρώ, προσπαθώ
tentar o impossível
επιχειρώ το ανέφικτο
tentou a travessia a nado, mas falhou
προσπάθησε το διάπλου κολυμπώντας, αλλά δεν τα κατάφερε
3.
επιχειρώ
tentei um gesto de solidariedade, mas retraí-me
επιχείρησα μια κίνηση αλληλεγγύης, αλλά κόμπιασα
4.
προσπαθώ
tentei a natação, mas não gostei
προσπάθησα την κολύμβηση, αλλά δεν μου άρεσε
tentou a pintura, mas viu que não tinha talento algum
προσπάθησε τη ζωγραφική, αλλά κατάλαβε ότι δεν είχε καθόλου ταλέντο
5.
βάζω σε πειρασμό, ξεμυαλίζω, αποπλανώ
ela é mestra a tentar os homens
αυτή είναι πρώτη στο να ξεμυαλίζει τους άντρες
6.
δελεάζω
com este calor, como não há de o mar tentar-nos?
με τέτοια ζέστη, πώς να μη σε δελεάζει η θάλασσα;
7.
καθετηριάζω
tentar uma ferida
καθετηριάζω ένα τραύμα
8.
προσπαθώ, επιχειρώ, πασχίζω, πολεμώ
foi em vão que tentei acalmá-lo
άδικα προσπάθησα να τον καλμάρω
o animal debatia-se, tentando libertar-se
το ζώο σπαρταρούσε, προσπαθώντας να απελευθερωθεί
o livro tenta reproduzir uma época histórica
το βιβλίο επιχειρεί να απεικονίσει μια ιστορική περίοδο
tentar evitar o contágio
προσπαθώ να αποφύγω τη μόλυνση
tentei abafar as chamas com uma manta
πολέμησα να σβήσω τις φλόγες με μια κουβέρτα
tentou adivinhar as intenções do adversário
προσπάθησε να μαντέψει τις προθέσεις του αντιπάλου
tentou alargar um pouco as cordas que o prendiam
προσπάθησε να χαλαρώσει λίγο τα σκοινιά που τον έδεναν
tentou desesperadamente agarrar-se a uma tábua
πάσχισε απεγνωσμένα να πιαστεί από ένα μαδέρι
tentou suster um sorriso de mofa
προσπάθησε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο χλεύης
tentou travar o esguicho de sangue
προσπάθησε να εμποδίσει την ανάβλυση αίματος
9.
προσπαθώ, πασχίζω
firmou a vista no horizonte, tentando discernir alguma coisa
στύλωσε το βλέμμα στον ορίζοντα, πασχίζοντας να διακρίνει κάτι
seguia o outro, tentando não ser visto
ακολουθούσε τον άλλο, προσπαθώντας να μην γίνει αντιληπτός
tentámos chegar a horas mas não deu
προσπαθήσαμε να φτάσουμε έγκαιρα, μα δεν το καταφέραμε
10.
προσπαθώ, δοκιμάζω
tentar superar divergências
δοκιμάζω να γεφυρώσω διαφορές
tentei falar-lhe, mas não pude
προσπάθησα να του μιλήσω, αλλά δεν μπόρεσα
11.
αποπειρώμαι
ela tentou suicidar-se
αυτή αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει
verbo intransitivo
προσπαθώ, δοκιμάζω
deixa-me tentar uma vez!
άφησέ με να δοκιμάζω μια φορά!
tentar tudo por tudo
τα παίζω όλα για όλα
Porto Editora – tentar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 12:20:00]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
INDÚSTRIA
Se o fogo atingir os explosivos, NÃO tentar combatê-lo.
ΜΗΝ προσπαθείτε να σβήσετε την πυρκαγιά, όταν η φωτιά πλησιάζει σε εκρηκτικά.