ter.rí.vel
təˈʀivɛɫ
təˈʀivɛɫadjetivo de 2 géneros
1.
τρομακτικός, τρομερός, φοβερός
a terrível imagem agigantou-se na sua memória
η φοβερή εικόνα γιγαντώθηκε στη μνήμη του
uma terrível catástrofe
μια τρομερή καταστροφή
2.
τρομερός, φοβερός
atormentam-no terríveis remorsos
τον βασανίζουν φοβερές τύψεις
entre eles, existe uma terrível rivalidade
μεταξύ τους, υπάρχει μια φοβερή αντιπαλότητα
é um terrível oportunista
είναι φοβερός οπορτουνιστής
gente que vive com terríveis necessidades
άνθρωποι που ζουν με τρομερές δυσκολίες
que terrível dilema!
τι τρομερό δίλημμα!
3.
φοβερός, τρομερός, φρικτός
ele tem um feitio terrível
αυτός έχει τρομερό χαρακτήρα
tem dores terríveis
έχει φρικτούς πόνους
4.
φρικτός, απαίσιος
está um tempo terrível
ο καιρός είναι απαίσιος
ouviu-se um guincho terrível
ακούστηκε μια φρικτή στριγγλιά
5.
coloquial απίστευτος
ele é terrível, não se deixa influenciar por ninguém!
αυτός είναι απίστευτος, δεν αφήνει κανένα να τον επηρεάσει!
Partilhar
Como referenciar 
terrível – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/terrível [visualizado em 2026-06-09 00:48:58].