tipificar

ti.pi.fi.car
tipifiˈkar
verbo transitivo
1.
τυποποιώ
tipificar comportamentos
τυποποιώ συμπεριφορές
2.
αποτελώ αντιπροσωπευτικό τύπο
características que tipificam um estilo arquitetónico
χαρακτηριστικά που αποτελούν αντιπροσωπευτικό τύπο ενός αρχιτεκτονικού ρυθμού
Porto Editora – tipificar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 07:21:21]. Disponível em