toldado

toldada
tol.da.do
toɫˈdadu
adjetivo
1.
σκεπασμένος με τέντα
varanda toldada
μπαλκόνι σκεπασμένο με τέντα
2.
θολωμένος
água toldada de impurezas
νερό θολωμένο από τα σκουπιδάκια
céu toldado de nuvens
ουρανός θολωμένος από τα σύννεφα
com a raiva, a sua razão estava toldada
με την οργή, το μυαλό του ήταν θολωμένο
3.
figurado πιωμένος, μισομεθυσμένος
saiu da taberna um tanto toldado
βγήκε από το καπηλειό κάπως πιωμένος
toldado
forma do verbo toldar
particípio passado de toldar
Porto Editora – toldado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 01:55:54]. Disponível em