Campanha de Aniversário da Academia Virtual
to.loˈtolu
adjetivo
1.
κουτός, χαζός, ανόητος
deve pouco à inteligência, é um tanto tolo
η ευστροφία δεν τον προίκισε και τόσο, είναι κάπως ανόητος
só um parvo diz coisas tão tolas
μόνο ένας βλάκας λέει τόσο κουτά πράγματα
2.
χαζός, κουτός
és tolo, não vês que te quer enganar?
είσαι χαζός, δεν βλέπεις ότι θέλει να σε γελάσει;
3.
σαχλός, χαζός
pergunta tola e pueril
χαζή και παιδαριώδης ερώτηση
que conversa tola e sem nexo!
τι σαχλή και ασυνάρτητη συζήτηση!
4.
ηλίθιος
coitado, nasceu tolo
τον καημένο, γεννήθηκε ηλίθιος
5.
τρελός
ficou tolo de alegria
ήταν τρελός από τη χαρά του
6.
φαντασμένος, ξιπασμένος
que rapaz tolo e vaidoso!
τι ξιπασμένος και ματαιόδοξος νεαρός!
nome masculino, feminino
1.
βλάκας, χαζούλιακας, χαζός
diziam que ele era o tolo da aldeia
έλεγαν ότι ήταν ο βλάκας του χωριού
2.
χαζός
só um tolo acredita nesses disparates
μόνο ένας χαζός πιστεύει τέτοιες σαχλαμάρες
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – tolo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-02-06 09:25:41]. Disponível em
palavras parecidas
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – tolo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-02-06 09:25:41]. Disponível em