topar

to.par
tuˈpar
verbo transitivo
2.
coloquial κόβω, καταλαβαίνω
ainda não me viu, mas acho que já me topou
δεν με είδε ακόμα, αλλά νομίζω ότι ήδη με κατάλαβε
pela voz, topei logo que era ele
από τη φωνή, έκοψα αμέσως ότι ήταν αυτός
3.
coloquial πιάνω, καταλαβαίνω
estás a topar a marosca?
το κόλπο το πιάνεις;
ninguém topou as suas intenções
κανείς δεν έπιασε τις προθέσεις του
OK, estou a topar
εντάξει, το 'πιασα
o tipo não topou nada do que eu disse
ο τύπος δεν έπιασε τίποτα απ' όσα είπα
4.
coloquial γουστάρω
eu não topo aquele fulano!
δεν γουστάρω εκείνο τον τύπο!
topas ir para a noite?
γουστάρεις να πάμε για νυχτερινή διασκέδαση;
5.
σκοντάφτω [em, σε], σκουντουφλώ [em, σε]
o rapaz anda sempre a topar em pedras
το αγόρι συνέχεια σκοντάφτει σε πέτρες
6.
τρακάρω [em, σε]
não ia com atenção, e topou num poste
δεν πρόσεχε, και τράκαρε σε μια κολόνα
7.
πέφτω επάνω [com, σε], βρίσκω [com, -], αντικρίζω [com, -]
ali, no meio do nada, topou com uma construção estranha
εκεί, στη μέση του πουθενά, αντίκρισε ένα παράξενο οικοδόμημα
a meio do caminho, topei com um homem montado num burro
στη μέση του δρόμου, βρήκα έναν άντρα πάνω σ' ένα γάιδαρο
mal entrei, topei com o professor
μόλις μπήκα, έπεσα επάνω στον καθηγητή
Como referenciar: Porto Editora – topar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-23 22:48:03]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
topo do grão
άκρη του κόκκου, κορυφή του κόκκου
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
folhas apicais / folhas de topo
κορυφόφυλλα
ATIVIDADE POLÍTICA
abordagem "de baixo para cima" / abordagem a partir da base / abordagem da base para o topo / processo ascendente
διαδικασία ανάληψης πρωτοβουλιών από τη βάση, διεργασία "εκ των κάτω προς τα άνω", προσέγγιση εκ των κάτω προς τα άνω
VER +