tornar

tor.nar
turˈnar
verbo transitivo
2.
κάνω, καθιστώ literário
a couraça tornava-o praticamente invulnerável
ο θώρακας τον καθιστούσε σχεδόν άτρωτο
ele tornou patente que não estava disposto a...
αυτός κατέστη πρόδηλο ότι δεν διατίθετο να...
o ar de arrogância torna-o antipático
το ύφος ακαταδεξίας τον κάνει αντιπαθητικό
o calor excessivo tornava difícil a permanência ali
η υπερβολική ζέστη έκανε δύσκολη την εκεί παραμονή
o feitio difícil daquele professor tornou-o impopular entre os estudantes
ο δύστροπος χαρακτήρας εκείνου του καθηγητή τον έκανε μη δημοφιλή ανάμεσα στους φοιτητές
os estudos tornaram-lhe possível arranjar um emprego melhor
οι σπουδές του τού κατέστησαν δυνατό να βρει μια καλύτερη δουλειά
salteadores que tornavam as estradas perigosas
ληστές που έκαναν επικίνδυνους τους δρόμους
tornar (algo) conhecido
κάνω γνωστό (κάτι)
3.
μετατρέπω [em, σε]
tornar o trigo em farinha
μετατρέπω το σιτάρι σε αλεύρι
4.
επιστρέφω, δίνω πίσω
não me esquecerei de te tornar o dinheiro que me emprestaste
δεν θα ξεχάσω να σου επιστρέψω τα χρήματα που μου δάνεισες
verbo intransitivo
1.
γυρίζω
quem não gostaria de tornar à infância!
ποιος δεν θα ήθελε να γυρίσει στα παιδικά του χρόνια!
tempos felizes, que já não tornam
ευτυχισμένα χρόνια, που δεν γυρίζουν πια
2.
γυρίζω, επιστρέφω
quando tornas do Porto?
πότε θα γυρίσεις από το Πόρτο;
3.
ξαναλέω, αποκρίνομαι
«mas não achas melhor sair já?», tornou o outro
"μα δεν νομίζεις ότι είναι καλύτερα να φύγουμε αμέσως;", ξαναείπε ο άλλος
4.
[verbo auxiliar]
ξανα- [a, -], ξανά [a, -], πάλι [a, -]
chorou, quando tornou a pisar o solo pátrio
έκλαψε, όταν πάτησε πάλι το πάτριο έδαφος
fechou os olhos, mas logo os tornou a abrir
έκλεισε τα μάτια του, μα αμέσως τα ξανάνοιξε
jogador que tornou a pontuar
παίκτης που σκόραρε ξανά
o miúdo teve pena do passaroco e tornou a pô-lo no ninho
το πιτσιρίκι λυπήθηκε το ξεπεταρούδι και το ξανάβαλε στη φωλιά
tornar a fazer um exercício
ξανακάνω μια άσκηση
tornou a encher o copo
ξαναγέμισε το ποτήρι του
[verbo auxiliar]
não tornar a cair noutra
δεν την ξαναπατάω, δεν θα με πιάσουν πάλι κορόιδο
tornar a si
ανακτώ τις αισθήσεις μου
tornar à vaca-fria
επανέρχομαι/επιμένω στο θέμα
tornar com a palavra atrás
αθετώ το λόγο μου
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – tornar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-26 18:12:12]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
harmonizar os acordos intergovernamentais com / tornar os acordos intergovernamentais conformes com
συμμόρφωση των διακυβερνητικών συμφωνιών
torno de apertar de armeiro
μέγγενη οπλουργού
ATIVIDADE POLÍTICA, ECONOMIA
método para tornar anónimo
µέθοδος ανωνυµοποίησης
CIÊNCIAS, MEIO AMBIENTE
navio destinado a tornar potável a água do mar
πλοίο το οποίο μετατρέπει σε πόσιμο το θαλασσινό νερό
VER +