traçar

tra.çar
trɐˈsar
verbo transitivo
1.
τρυπώ
o bicho traçou estas calças de lã
ο σκόρος τρύπησε αυτό το μάλλινο παντελόνι
2.
χαράζω, σχεδιάζω
traçar uma linha reta
χαράζω μια ευθεία γραμμή
traçar um círculo com o compasso
σχεδιάζω έναν κύκλο με διαβήτη
3.
χαράζω γραμμές
traçou a folha de alto a baixo
χάραξε με γραμμές ολόκληρη τη σελίδα
4.
χαράζω
ao longo do tempo, as águas foram traçando o seu curso
με τον καιρό, τα νερά χάραξαν το ρου τους
o navio navegava, traçando o seu rumo
το καράβι έπλεε, χαράζοντας την πορεία του
traçou no mapa o percurso a ser feito
χάραξε στον χάρτη τη διαδρομή που έπρεπε να γίνει
5.
υπογραμμίζω
tracei a lápis as frases mais importantes do texto
υπογράμμισα με μολύβι τις σημαντικότερες φράσεις του κειμένου
6.
σταυρώνω
ela sentou-se e traçou as pernas
αυτή κάθισε και σταύρωσε τα πόδια της
ela traçou as pontas do xaile
αυτή σταύρωσε τις άκρες από το σάλι της
7.
χαράζω, καταστρώνω
traçar um plano
καταστρώνω ένα σχέδιο
8.
σχεδιαγραφώ, σκιαγραφώ
traçar a personalidade (de alguém)
σχεδιαγραφώ την προσωπικότητα (κάποιου)
traçar um cheque
καθιστώ δίγραμμη μια επιταγή
ANAGRAMAS
Porto Editora – traçar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 10:14:15]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
caimento traçado
κεκλιμένη τρόπιδα
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
corte da direção transversal / corte seccional / traçar
εγκαρσία κατεύθυνσις τομής,εγκαρσία τομή
CIÊNCIAS
tira-linhas para traçar pontos
όργανο προσδιορισμού σημείων
régua de traçar
κανόνας εύθυνσης
traço mínimo resolúvel
ελάχιστο αναλύσιμο γνώρισμα
VER +