transferir

trans.fe.rir
trɐ̃ʃfəˈrir
verbo transitivo
1.
μεταφέρω, μετακινώ
ele transferiu as colmeias para outro sítio
αυτός μετακίνησε τις κυψέλες σε άλλο μέρος
foi transferido sob custódia da polícia
μεταφέρθηκε υπό φρούρηση της αστυνομίας
transferimos os móveis para outra sala
μεταφέραμε τα έπιπλα σε άλλη αίθουσα
transferiu tropas para outro ponto da frente de batalha
μετακίνησε στρατεύματα σ' άλλο σημείο του μετώπου
2.
μεταβιβάζω
transferir ações
μεταβιβάζω μετοχές
transferir a posse de um apartamento
μεταβιβάζω την κτήση ενός διαμερίσματος
transferir competências
μεταβιβάζω αρμοδιότητες
3.
μεταθέτω
o ministério transferiu-o para um outro posto
το υπουργείο τον μετέθεσε σ' ένα άλλο πόστο
transferir encargos
μεταθέτω υποχρεώσεις
4.
μετεγγράφω
época em que se pode transferir jogadores
περίοδος που μπορεί κανείς να μετεγγράψει παίκτες
transferir um estudante para outra faculdade
μετεγγράφω ένα φοιτητή σε άλλη σχολή
5.
μεταθέτω, μετατοπίζω
transferi a reunião para outro dia
μετέθεσα τη συνάντηση σε άλλη μέρα
6.
μεταφέρω, εμβάζω
transferir dinheiro para uma conta
μεταφέρω χρήματα σ' ένα λογαριασμό
7.
PSICOLOGIA μεταβιβάζω
transferiu para o marido os sentimentos que tinha para com o pai
μεταβίβασε στον άντρα της τα συναισθήματα που είχε απέναντι στον πατέρα της
INFORMÁTICA transferir
επιφόρτωση, ανέβασμα
Porto Editora – transferir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-24 22:27:15]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
açúcar transferido
μεταφερόμενη ζάχαρη
CIÊNCIAS
ponto de altitude de referência na Alemanha fixado em 1879 e transferido em 1912
γερμανική υψομετρική αφετηρία δημιουργηθείσα το 1879
CIÊNCIAS, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
gene transferido / transgene
διαγονίδιο, εισαχθέν γονίδιο, μεταφερόμενο γονίδιο
VER +