transpor

trans.por
trɐ̃ʃˈpor
verbo transitivo
1.
περνώ
o carro transpôs a linha férrea e continuou o seu caminho
το αμάξι πέρασε τη σιδηροδρομική γραμμή και συνέχισε το δρόμο του
transpor uma montanha
περνώ ένα βουνό
transpôs a linha da frente e internou-se em campo inimigo
πέρασε τη γραμμή του μετώπου και εισχώρησε σε εχθρικό έδαφος
transpôs a porta e depois fechou-a à chave
πέρασε την πόρτα και έπειτα την κλείδωσε
2.
διασκελίζω
o cavalo transpôs a vedação e continuou a galopar
το άλογο διασκέλισε το φράχτη, και συνέχισε να καλπάζει
transpor um obstáculo
διασκελίζω ένα εμπόδιο
3.
μετακινώ, μετατοπίζω, μεταθέτω
transpus a mesa para o outro lado da sala
μετακίνησα το τραπέζι στην άλλη μεριά της αίθουσας
4.
figurado ξεπερνώ, υπερνικώ
as suas ideias transpuseram o isolamento em que viveu
οι ιδέες του υπερνίκησαν την απομόνωση μέσα στην οποία έζησε
transpor um limite psicológico
ξεπερνώ ένα ψυχολογικό όριο
transpôs todos os obstáculos que teve que enfrentar na vida
υπερνίκησε κάθε εμπόδιο που αντιμετώπισε στη ζωή του
5.
TELEVISÃO, CINEMA μεταφέρω
transpor para o cinema uma obra literária
μεταφέρω στο σινεμά ένα λογοτεχνικό έργο
6.
MÚSICA μεταφέρω, μεταθέτω
transpor uma peça musical para outro tom
μεταφέρω ένα μουσικό κομμάτι σε άλλο τόνο
Porto Editora – transpor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 19:21:13]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ECONOMIA
momento em que as mercadorias transpõem os limites do território económico
χρονική στιγμή που τα αγαθά διέρχονται τα σύνορα της οικονομικής επικράτειας
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO, TRANSPORTES
transpor um sinal de paragem
διέλευση κλειστού σήματος, υπέρβαση κλειστού σήματος
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO, TRANSPORTES, INDÚSTRIA
transpor um sinal de via livre
διέλευση ανοιχτού σήματος
VER +