tremular

tre.mu.lar
trəmuˈlar
verbo transitivo
2.
κάνω να τρεμουλιάζει
a idade já lhe tremula as pernas
η ηλικία κάνει πια να τρεμουλιάζουν τα πόδια του
verbo intransitivo
1.
ανεμίζω, κουνώ
a bandeira tremulava no cimo do mastro
η σημαία ανέμιζε στην άκρη του κονταριού
2.
τρεμολάμπω, τρεμοσβήνω, τρεμοπαίζω, λαμπυρίζω, τρεμοφέγγω, τρεμουλιάζω
olhava as estrelas que tremulavam no céu
κοιτούσε τα αστέρια που τρεμόλαμπαν στον ουρανό
3.
τρεμουλιάζω, τρέμω
tremular de frio/emoção/febre
τρεμουλιάζω από κρύο/συγκίνηση/πυρετό
Como referenciar: Porto Editora – tremular no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-17 01:14:23]. Disponível em