favoritos
u.soseparador fonéticaˈuzu
nome masculino
1.
χρήση feminino
a frequência do uso de metáforas num texto
η συχνότητα χρήσης μεταφορών σ' ένα κείμενο
com o uso, a faca embotou
με τη χρήση, το μαχαίρι στόμωσε
expressão consagrada pelo uso
έκφραση καθιερωμένη από τη χρήση
fármaco de uso geral
φάρμακο γενικής χρήσης
ferramentas diferentes, mas de uso idêntico
διαφορετικά εργαλεία, αλλά για παρόμοια χρήση
instruções de uso
οδηγίες χρήσης
o uso desgasta os pneus
η χρήση φθείρει τα λάστιχα
o uso moderado de fármacos
η μετρημένη χρήση φαρμάκων
reduzir o uso de pesticidas
περιορίζω τη χρήση φυτοφαρμάκων
roupa de uso diário
ρούχα καθημερινής χρήσης
2.
συνήθεια feminino, συνήθειο neutro
não está nos meus usos enganar as pessoas
δεν είναι συνήθειά μου να εξαπατώ τον κόσμο
a uso
εν χρήσει, σε καθημερινή χρήση
fazer uso de
κάνω χρήσηgenitivo , χρησιμοποιώ
fez uso da sua autoridade
έκανε χρήση της εξουσίας του
fora de uso
σε αχρηστία
perder o uso da razão
χάνω τα λογικά μου
ter muito uso
έχω χρησιμοποιηθεί/φορεθεί πολύ
trazer/meter (alguma coisa) a uso
κάνω/ξεκινώ να κάνω χρήση (σε κάτι)
usos e costumes
ήθη και έθιμα
uso
Presente do Indicativo do verbo usar
expandir
eu
uso
tu
usas
ele, ela, você
usa
nós
usamos
vós
usais
eles, elas, vocês
usam

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • land transport
    desgaste / uso
    el
    φθορά
  • iron, steel and other metal industries / mechanical engineering
    desgaste / uso
    el
    φθορά
  • animal production
    Uso nasal
    el
    Ρινική χρήση
  • medical science / pharmaceutical industry
    uso tópico
    el
    τοπική χρήση
  • animal production
    Uso ocular
    el
    Οφθαλμική χρήση
  • animal production
    Uso dental
    el
    Οοδντική χρήση
  • construction and town planning / ENVIRONMENT / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    uso da terra / uso do solo / utilização das terras
    el
    χρήση της γης
  • ENVIRONMENT
    utilização do solo / uso do solo
    el
    χρήση του εδάφους
  • animal production
    uso cutâneo
    el
    Δερματική χρήση
  • culture and religion / land transport / TRANSPORT
    uso privado
    el
    ιδιωτική χρήση
  • animal production
    Uso vaginal
    el
    Κολπική χρήση
  • defence / international law / international security / United Nations Charter / common security and defence policy
    emprego da força / uso da força / recurso à força / utilização da força
    el
    χρήση βίας
  • medicament
    uso conforme
    el
    προβλεπόμενη χρήση, χρήση εντός εγκεκριμένων ενδείξεων, εντός ενδείξεων χρήση, χρήση σύμφωνη προς τις εγκεκριμένες ενδείξεις
  • politics and public safety / rights of the individual / migration
    uso da força
    el
    χρήση βίας
  • medical science
    uso homólogo
    el
    ομόλογη χρήση
  • industrial structures
    marca de abrasão / marca de uso / desgaste
    el
    γδάρσιμο, ζώνη φθοράς κατά την επεξεργασία
  • medical science
    consumo de droga / uso da droga
    el
    κατανάλωση ναρκωτικών, χρήση ναρκωτικών
  • intellectual property
    uso anterior
    el
    προγενέστερη χρήση
  • accounting
    Valor de uso
    el
    αξία λόγω χρήσης, αξία χρήσης
  • animal production
    Uso gengival
    el
    Χρήση επί των ούλων
  • ECONOMICS
    valor de uso
    el
    αξία
  • ENVIRONMENT
    usos e costumes / uso e costume
    el
    έθιμο και συναλλακτικά ήθη
  • pharmaceutical industry / ENVIRONMENT
    uso de drogas
    el
    κατάχρηση φαρμάκων
  • commercial law
    uso comercial
    el
    καθιερωμένος τρόπος εμπορικών συναλλαγών, εμπορική πρακτική, εμπορικό έθιμο
  • animal production
    uso auricular
    el
    Ωτική χρήση
  • communications
    uso alternado
    el
    εναλλακτική χρήση
  • analytical chemistry / chemistry / technology and technical regulations
    aptidão ao uso
    el
    καταλληλότητα, καταλληλότητα για τον επιδιωκόμενο σκοπό
  • pharmaceutical industry
    uso compassivo
    el
    συγκαταβατική χορήγηση ερευνητικού φαρμάκου κατ' εξαίρεση, παρηγορητική χρήση, παρηγορητική χρησιμοποίηση
  • intellectual property
    uso em litígio
    el
    αμφισβητούμενη χρήση
  • insurance
    uso do Lloyd's
    el
    έθιμο των Λόυδς
  • industrial structures
    solidez ao uso
    el
    σταθερότητα στην φθορά
  • medical science
    uso profilático / utilização profilática
    el
    προφυλακτική χρήση
  • ENVIRONMENT
    conflito de utilização / uso conflituoso
    el
    ασύμβατη (αντικρουόμενη) χρήση
  • ENVIRONMENT
    utilização de um local / uso de um local
    el
    χρήση ενός χώρου διάθεσης
  • animal production
    Uso intraocular
    el
    Ενδοφθάλμια χρήση
  • ENVIRONMENT
    uso obrigatório
    el
    υποχρεωτική χρήση
  • medical science
    uso humanitário
    el
    φιλανθρωπική χορήγηση
  • medical science / animal health
    uso não conforme
    el
    χρήση εκτός εγκεκριμένων ενδείξεων, εκτός ενδείξεων χρήση, μη προβλεπόμενη χρήση
  • medical science
    uso não homólogo
    el
    μη ομόλογη χρήση
  • ENVIRONMENT
    restrição ao uso / restrições ao uso
    el
    περιορισμός στη χρήση
  • ENVIRONMENT
    alteração de costumes / alteração do uso
    el
    αλλαγή χρήσης
  • animal production
    Uso endossinusal
    el
    Ενδορρινοκολπική χρήση
  • land transport / TRANSPORT
    uso profissional
    el
    επαγγελματική χρήση
  • ENVIRONMENT
    em função do uso
    el
    προσανατολισμένος στη μελλοντική χρήση
  • nuclear energy / ENVIRONMENT
    fonte fora de uso
    el
    εκτός χρήσης πηγή
  • animal production
    uso intralesional
    el
    Ενδοβλαβική χρήση
  • industrial structures
    resistente ao uso
    el
    ανθεκτικό στην χρήση, ανθεκτικό στην φθορά
  • industrial plant / agri-foodstuffs
    tabaco de uso oral / tabaco para uso oral
    el
    καπνός που λαμβάνεται από το στόμα
  • animal production
    uso gastroentérico
    el
    Γαστρεντερική χρήση
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    motor de uso geral
    el
    κινητήρας γενικής χρήσης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – uso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-25 12:04:50]. Disponível em

Provérbios

  • Cada terra com seu uso, cada roca com seu fuso.
  • Do uso nasce o abuso.
  • Quem se senta ao lado do fuso, ou é tolo ou não tem uso.

Citações

  • "As palavras... Muitas que hoje desapareceram, irão renascer, muitas, agora cheias de prestígio, cairão, se assim o quiser o uso."Horácio
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • land transport
    desgaste / uso
    el
    φθορά
  • iron, steel and other metal industries / mechanical engineering
    desgaste / uso
    el
    φθορά
  • animal production
    Uso nasal
    el
    Ρινική χρήση
  • medical science / pharmaceutical industry
    uso tópico
    el
    τοπική χρήση
  • animal production
    Uso ocular
    el
    Οφθαλμική χρήση
  • animal production
    Uso dental
    el
    Οοδντική χρήση
  • construction and town planning / ENVIRONMENT / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    uso da terra / uso do solo / utilização das terras
    el
    χρήση της γης
  • ENVIRONMENT
    utilização do solo / uso do solo
    el
    χρήση του εδάφους
  • animal production
    uso cutâneo
    el
    Δερματική χρήση
  • culture and religion / land transport / TRANSPORT
    uso privado
    el
    ιδιωτική χρήση
  • animal production
    Uso vaginal
    el
    Κολπική χρήση
  • defence / international law / international security / United Nations Charter / common security and defence policy
    emprego da força / uso da força / recurso à força / utilização da força
    el
    χρήση βίας
  • medicament
    uso conforme
    el
    προβλεπόμενη χρήση, χρήση εντός εγκεκριμένων ενδείξεων, εντός ενδείξεων χρήση, χρήση σύμφωνη προς τις εγκεκριμένες ενδείξεις
  • politics and public safety / rights of the individual / migration
    uso da força
    el
    χρήση βίας
  • medical science
    uso homólogo
    el
    ομόλογη χρήση
  • industrial structures
    marca de abrasão / marca de uso / desgaste
    el
    γδάρσιμο, ζώνη φθοράς κατά την επεξεργασία
  • medical science
    consumo de droga / uso da droga
    el
    κατανάλωση ναρκωτικών, χρήση ναρκωτικών
  • intellectual property
    uso anterior
    el
    προγενέστερη χρήση
  • accounting
    Valor de uso
    el
    αξία λόγω χρήσης, αξία χρήσης
  • animal production
    Uso gengival
    el
    Χρήση επί των ούλων
  • ECONOMICS
    valor de uso
    el
    αξία
  • ENVIRONMENT
    usos e costumes / uso e costume
    el
    έθιμο και συναλλακτικά ήθη
  • pharmaceutical industry / ENVIRONMENT
    uso de drogas
    el
    κατάχρηση φαρμάκων
  • commercial law
    uso comercial
    el
    καθιερωμένος τρόπος εμπορικών συναλλαγών, εμπορική πρακτική, εμπορικό έθιμο
  • animal production
    uso auricular
    el
    Ωτική χρήση
  • communications
    uso alternado
    el
    εναλλακτική χρήση
  • analytical chemistry / chemistry / technology and technical regulations
    aptidão ao uso
    el
    καταλληλότητα, καταλληλότητα για τον επιδιωκόμενο σκοπό
  • pharmaceutical industry
    uso compassivo
    el
    συγκαταβατική χορήγηση ερευνητικού φαρμάκου κατ' εξαίρεση, παρηγορητική χρήση, παρηγορητική χρησιμοποίηση
  • intellectual property
    uso em litígio
    el
    αμφισβητούμενη χρήση
  • insurance
    uso do Lloyd's
    el
    έθιμο των Λόυδς
  • industrial structures
    solidez ao uso
    el
    σταθερότητα στην φθορά
  • medical science
    uso profilático / utilização profilática
    el
    προφυλακτική χρήση
  • ENVIRONMENT
    conflito de utilização / uso conflituoso
    el
    ασύμβατη (αντικρουόμενη) χρήση
  • ENVIRONMENT
    utilização de um local / uso de um local
    el
    χρήση ενός χώρου διάθεσης
  • animal production
    Uso intraocular
    el
    Ενδοφθάλμια χρήση
  • ENVIRONMENT
    uso obrigatório
    el
    υποχρεωτική χρήση
  • medical science
    uso humanitário
    el
    φιλανθρωπική χορήγηση
  • medical science / animal health
    uso não conforme
    el
    χρήση εκτός εγκεκριμένων ενδείξεων, εκτός ενδείξεων χρήση, μη προβλεπόμενη χρήση
  • medical science
    uso não homólogo
    el
    μη ομόλογη χρήση
  • ENVIRONMENT
    restrição ao uso / restrições ao uso
    el
    περιορισμός στη χρήση
  • ENVIRONMENT
    alteração de costumes / alteração do uso
    el
    αλλαγή χρήσης
  • animal production
    Uso endossinusal
    el
    Ενδορρινοκολπική χρήση
  • land transport / TRANSPORT
    uso profissional
    el
    επαγγελματική χρήση
  • ENVIRONMENT
    em função do uso
    el
    προσανατολισμένος στη μελλοντική χρήση
  • nuclear energy / ENVIRONMENT
    fonte fora de uso
    el
    εκτός χρήσης πηγή
  • animal production
    uso intralesional
    el
    Ενδοβλαβική χρήση
  • industrial structures
    resistente ao uso
    el
    ανθεκτικό στην χρήση, ανθεκτικό στην φθορά
  • industrial plant / agri-foodstuffs
    tabaco de uso oral / tabaco para uso oral
    el
    καπνός που λαμβάνεται από το στόμα
  • animal production
    uso gastroentérico
    el
    Γαστρεντερική χρήση
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    motor de uso geral
    el
    κινητήρας γενικής χρήσης
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Bom Português
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – uso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-25 12:04:50]. Disponível em