favoritos
va.gaseparador fonéticaˈvaɡɐ
nome feminino
1.
κύμα neutro
a intensidade das vagas que batiam no paredão
η σφοδρότητα των κυμάτων που χτυπούσαν στον κυματοθραύστη
aquela lei desencadeou uma vaga de greves
εκείνος ο νόμος εξαπόλυσε ένα κύμα απεργιών
a repressão gerou uma vaga de revolta
η καταπίεση δημιούργησε ένα κύμα εξέγερσης
enormes vagas pareciam engolir o navio
τεράστια κύματα έμοιαζαν να καταβροχθίζουν το πλοίο
percorreu-o uma vaga de alegria
τον διάπερασε ένα κύμα χαράς
uma vaga de turistas
ένα κύμα τουριστών
vaga de calor
κύμα ζέστης
vaga de crimes
κύμα εγκλημάτων
vaga de frio
κύμα ψύχους
2.
κενή θέση, κενό neutro
contratar pessoal, para suprimento das vagas existentes
προσλαμβάνω προσωπικό, για αναπλήρωση των υπάρχοντων κενών
ele foi preencher uma vaga de professor
αυτός πήγε να καταλάβει μια κενή θέση καθηγητή
esta escola aceita alunos, porque ainda tem vagas
αυτό το σχολείο δέχεται μαθητές, διότι έχει ακόμη κενές θέσεις
vaga
adjetivo feminino singular de vago
Presente do Indicativo do verbo vagar
expandir
eu
vago
tu
vagas
ele, ela, você
vaga
nós
vagamos
vós
vagais
eles, elas, vocês
vagam
Imperativo do verbo vagar
expandir
vaga
tu
vague
ele, ela, você
vaguemos
nós
vagai
vós
vaguem
eles, elas, vocês

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vaga
    el
    κύμα
  • research / information technology and data processing
    lógica vaga / lógica difusa
    el
    ασαφής λογική, λογική δυνατοτήτων
  • earth sciences / building and public works
    grande vaga / pororca
    el
    κύμα αποτόμου μετώπου
  • law of succession
    herança vaga
    el
    σχολάζουσα κληρονομία
  • law of succession
    herança vaga
    el
    αδέσποτα
  • ENVIRONMENT
    vaga sísmica / maremotos
    el
    σεισμικό θαλάσσιο κύμα/τσουνάμι
  • earth sciences
    vaga rebentando / mar de rolo
    el
    θραυόμενο κύμα, κύμα που σπάει πάνω στο πλοίο
  • POLITICS
    vaga terrorista / vaga de terrorismo
    el
    κύμα τρομοκρατίας
  • administrative law / European civil service / European Union
    anúncio de vaga / aviso de lugar vago
    el
    προκήρυξη πλήρωσης θέσης, δημοσίευση κενής θέσης, προκήρυξη κενής θέσης
  • parliamentary procedure / European Parliament
    abertura de vaga / vacatura
    el
    χηρεία της έδρας
  • ENVIRONMENT
    ondulação do mar / vaga / ondulação
    el
    ύβωμα/ύψωμα/γήλοφος/κυματισμός/φουσκοθαλασσιά
  • cava de uma vaga
    el
    κοιλάδα κύματος
  • EUROPEAN UNION / LAW
    constatar a vaga
    el
    διαπιστώνει ότι η έδρα κατέστη κενή
  • FINANCE
    vaga de especulação
    el
    αντικείμενο κερδοσκοπίας
  • justice
    abertura de vaga no lugar
    el
    κενή θέση
  • statistics
    distribuição prévia não informativa / distribuição prévia difusa / distribuição a priori não informativa / distribuição a priori vaga / distribuição a priori difusa
    el
    μη πληροφοριακή à priori κατανομή, διαχυμένη à priori κατανομή
  • energy policy / building industry / energy saving
    Iniciativa Vaga de Renovação na Europa / Vaga de Renovação na Europa
    el
    κύμα ανακαινίσεων κτιρίων, στρατηγική «κύμα ανακαινίσεων», πρωτοβουλία «κύμα ανακαινίσεων», κύμα ανακαινίσεων, κύμα ανακαινίσεων για την Ευρώπη
  • land transport / TRANSPORT
    evitar que um navio fique atravessado à vaga
    el
    τήρηση σκάφους εκτός των κοιλωμάτων των κυμάτων
  • FINANCE
    vagão
    el
    όχημα, φορτίο
  • ENVIRONMENT
    veículo rodoferroviário / vagões
    el
    σιδηροδρομική άμαξα
  • land transport / TRANSPORT
    vagão dia
    el
    όχημα ημερήσιο, όχημα ανά ημέρα
  • land transport
    carruagem-cama / vagão-cama
    el
    κλινάμαξα
  • land transport
    vagão-silo
    el
    όχημα-σιλό
  • land transport / TRANSPORT
    vagão vazio / vazio
    el
    κενό σιδηροδρομικό όχημα
  • TRANSPORT / land transport
    vagão-cesto
    el
    φορτάμαξα με κάνιστρο, βαγόνι κάνιστρο
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    vagão freio
    el
    όχημα-φρένο
  • land transport / TRANSPORT
    vagão-ferry
    el
    όχημα για οχηματαγωγά
  • land transport / TRANSPORT
    vagão-jaula
    el
    όχημα με κιγκλιδωτές παρειές
  • land transport / TRANSPORT
    elevador de vagões / monta-vagões
    el
    ανυψωτήρας βαγονιών, ανυψωτικό μηχάνημα βαγονιών
  • quebra-vagas
    el
    κυματοπαγίδα, κυματοαποσβεστήρας
  • land transport / TRANSPORT
    teto da carruagem / teto do vagão
    el
    στέγη του βαγονιού, στέγη της άμαξας
  • land transport / TRANSPORT
    vagão reformado / vagão abatido
    el
    όχημα ακατάλληλο για κυκλοφορία
  • land transport / TRANSPORT
    vagão navette / vagão shuttle
    el
    όχημα σαϊτα, όχημα navette
  • land transport
    vagão-estrada
    el
    φορτάμαξα κυλιομένης οδού, βαγόνι τύπου κυλιόμενη οδός
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    vagão reboque
    el
    ανατρεπόμενον ρυμουλκούμενον
  • coal industry
    vagão-oficina
    el
    βαγόνι εργαστήριο, κινητό συνεργείο
  • land transport / TRANSPORT
    vagão-pórtico
    el
    όχημα πυλώνας
  • land transport / TRANSPORT
    vagão alugado
    el
    όχημα νοικιασμένο
  • land transport / TRANSPORT
    vagão frenado
    el
    πεδούμενο όχημα
  • communications / land transport / TRANSPORT
    vagão-correio
    el
    μικρό ταχυδρομικό όχημα
  • rolling stock / ENERGY / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vagão-cisterna
    el
    βυτιοφόρος φορτάμαξα
  • coal industry / iron, steel and other metal industries
    vagão de extinção / carro do coque / vagão de coque
    el
    βαγονέτο μεταφοράς δια σβέσιν
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    vagão de potes / carreta de transporte de potes quentes
    el
    βαγονέτο μεταφοράς δοχείων
  • land transport / TRANSPORT
    vagão completo / carga completa
    el
    πλήρες βαγόνι, πλήρες φορτίο
  • land transport / TRANSPORT
    vagão sem bogies / vagão de eixos
    el
    όχημα με άξονες χωρίς φορεία
  • building and public works
    comporta vagão
    el
    κυλιόμενο θυρόφραγμα
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    vagão cisterna
    el
    βαγόνι-δεξαμενή
  • land transport / TRANSPORT
    vagão da cauda
    el
    όχημα ουράς, όχημα τελευταίο στη σύνθεση
  • land transport / TRANSPORT
    vagão separado
    el
    όχημα που έχει παραμερισθεί
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – vaga no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-05-18 18:15:00]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vaga
    el
    κύμα
  • research / information technology and data processing
    lógica vaga / lógica difusa
    el
    ασαφής λογική, λογική δυνατοτήτων
  • earth sciences / building and public works
    grande vaga / pororca
    el
    κύμα αποτόμου μετώπου
  • law of succession
    herança vaga
    el
    σχολάζουσα κληρονομία
  • law of succession
    herança vaga
    el
    αδέσποτα
  • ENVIRONMENT
    vaga sísmica / maremotos
    el
    σεισμικό θαλάσσιο κύμα/τσουνάμι
  • earth sciences
    vaga rebentando / mar de rolo
    el
    θραυόμενο κύμα, κύμα που σπάει πάνω στο πλοίο
  • POLITICS
    vaga terrorista / vaga de terrorismo
    el
    κύμα τρομοκρατίας
  • administrative law / European civil service / European Union
    anúncio de vaga / aviso de lugar vago
    el
    προκήρυξη πλήρωσης θέσης, δημοσίευση κενής θέσης, προκήρυξη κενής θέσης
  • parliamentary procedure / European Parliament
    abertura de vaga / vacatura
    el
    χηρεία της έδρας
  • ENVIRONMENT
    ondulação do mar / vaga / ondulação
    el
    ύβωμα/ύψωμα/γήλοφος/κυματισμός/φουσκοθαλασσιά
  • cava de uma vaga
    el
    κοιλάδα κύματος
  • EUROPEAN UNION / LAW
    constatar a vaga
    el
    διαπιστώνει ότι η έδρα κατέστη κενή
  • FINANCE
    vaga de especulação
    el
    αντικείμενο κερδοσκοπίας
  • justice
    abertura de vaga no lugar
    el
    κενή θέση
  • statistics
    distribuição prévia não informativa / distribuição prévia difusa / distribuição a priori não informativa / distribuição a priori vaga / distribuição a priori difusa
    el
    μη πληροφοριακή à priori κατανομή, διαχυμένη à priori κατανομή
  • energy policy / building industry / energy saving
    Iniciativa Vaga de Renovação na Europa / Vaga de Renovação na Europa
    el
    κύμα ανακαινίσεων κτιρίων, στρατηγική «κύμα ανακαινίσεων», πρωτοβουλία «κύμα ανακαινίσεων», κύμα ανακαινίσεων, κύμα ανακαινίσεων για την Ευρώπη
  • land transport / TRANSPORT
    evitar que um navio fique atravessado à vaga
    el
    τήρηση σκάφους εκτός των κοιλωμάτων των κυμάτων
  • FINANCE
    vagão
    el
    όχημα, φορτίο
  • ENVIRONMENT
    veículo rodoferroviário / vagões
    el
    σιδηροδρομική άμαξα
  • land transport / TRANSPORT
    vagão dia
    el
    όχημα ημερήσιο, όχημα ανά ημέρα
  • land transport
    carruagem-cama / vagão-cama
    el
    κλινάμαξα
  • land transport
    vagão-silo
    el
    όχημα-σιλό
  • land transport / TRANSPORT
    vagão vazio / vazio
    el
    κενό σιδηροδρομικό όχημα
  • TRANSPORT / land transport
    vagão-cesto
    el
    φορτάμαξα με κάνιστρο, βαγόνι κάνιστρο
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    vagão freio
    el
    όχημα-φρένο
  • land transport / TRANSPORT
    vagão-ferry
    el
    όχημα για οχηματαγωγά
  • land transport / TRANSPORT
    vagão-jaula
    el
    όχημα με κιγκλιδωτές παρειές
  • land transport / TRANSPORT
    elevador de vagões / monta-vagões
    el
    ανυψωτήρας βαγονιών, ανυψωτικό μηχάνημα βαγονιών
  • quebra-vagas
    el
    κυματοπαγίδα, κυματοαποσβεστήρας
  • land transport / TRANSPORT
    teto da carruagem / teto do vagão
    el
    στέγη του βαγονιού, στέγη της άμαξας
  • land transport / TRANSPORT
    vagão reformado / vagão abatido
    el
    όχημα ακατάλληλο για κυκλοφορία
  • land transport / TRANSPORT
    vagão navette / vagão shuttle
    el
    όχημα σαϊτα, όχημα navette
  • land transport
    vagão-estrada
    el
    φορτάμαξα κυλιομένης οδού, βαγόνι τύπου κυλιόμενη οδός
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    vagão reboque
    el
    ανατρεπόμενον ρυμουλκούμενον
  • coal industry
    vagão-oficina
    el
    βαγόνι εργαστήριο, κινητό συνεργείο
  • land transport / TRANSPORT
    vagão-pórtico
    el
    όχημα πυλώνας
  • land transport / TRANSPORT
    vagão alugado
    el
    όχημα νοικιασμένο
  • land transport / TRANSPORT
    vagão frenado
    el
    πεδούμενο όχημα
  • communications / land transport / TRANSPORT
    vagão-correio
    el
    μικρό ταχυδρομικό όχημα
  • rolling stock / ENERGY / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vagão-cisterna
    el
    βυτιοφόρος φορτάμαξα
  • coal industry / iron, steel and other metal industries
    vagão de extinção / carro do coque / vagão de coque
    el
    βαγονέτο μεταφοράς δια σβέσιν
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    vagão de potes / carreta de transporte de potes quentes
    el
    βαγονέτο μεταφοράς δοχείων
  • land transport / TRANSPORT
    vagão completo / carga completa
    el
    πλήρες βαγόνι, πλήρες φορτίο
  • land transport / TRANSPORT
    vagão sem bogies / vagão de eixos
    el
    όχημα με άξονες χωρίς φορεία
  • building and public works
    comporta vagão
    el
    κυλιόμενο θυρόφραγμα
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    vagão cisterna
    el
    βαγόνι-δεξαμενή
  • land transport / TRANSPORT
    vagão da cauda
    el
    όχημα ουράς, όχημα τελευταίο στη σύνθεση
  • land transport / TRANSPORT
    vagão separado
    el
    όχημα που έχει παραμερισθεί
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – vaga no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-05-18 18:15:00]. Disponível em