vaguear

va.gue.ar
vɐˈɡjar
verbo intransitivo
1.
περιπλανώμαι, περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, πλανιέμαι, περιδιαβαίνω, σεργιανίζω, σουλατσάρω, τριγυρνώ
passou o dia a vaguear pelas ruas
πέρασε την ημέρα περιφερόμενος στους δρόμους
vaguear pela floresta
περιπλανώμαι στο δάσος
vagueava no meio dos destroços
πλανιόταν ανάμεσα στα χαλάσματα
vagueou por ali, à espera que fossem horas
περιφέρθηκε εκεί, περιμένοντας να είναι η ώρα
2.
αλητεύω
em vez de trabalhar, passa os dias a vaguear
αντί να δουλεύει, περνάει τις μέρες του αλητεύοντας
3.
figurado πλανιέμαι
o meu pensamento vagueou por sítios longínquos
η σκέψη μου πλανήθηκε σε τόπους μακρινούς
Porto Editora – vaguear no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-16 23:13:25]. Disponível em