vaidoso

vaidosa
vai.do.so
vajˈdozu
adjetivo
1.
αυτάρεσκος, ματαιόδοξος, κενόδοξος, φαντασμένος
pessoa vaidosa
κενόδοξος άνθρωπος
ser vaidoso
είμαι φαντασμένος
ter um ar vaidoso
έχω αυτάρεσκο ύφος
um jovem frívolo e vaidoso
ένας νέος επιπόλαιος και φαντασμένος
2.
υπερήφανος
estão vaidosos com a carreira do filho
είναι υπερήφανοι για τη σταδιοδρομία του γιου τους
Porto Editora – vaidoso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 19:53:19]. Disponível em