valorizar

va.lo.ri.zar
vɐluriˈzar
verbo transitivo
1.
δίνω αξία
não valorizas nada o interesse que ele mostra pela matéria
δεν δίνεις καμιά αξία στο ενδιαφέρον του για το ζήτημα
valorizar as capacidades de um empregado
δίνω αξία στις ικανότητες ενός υπαλλήλου
valorizar os esforços despendidos (por alguém)
δίνω αξία στις προσπάθειες που έκανε (κάποιος)
2.
αξιοποιώ
deves valorizar mais as tuas aptidões
πρέπει να αξιοποιήσεις περισσότερο τα προσόντα σου
melhoramentos que valorizaram muito o imóvel
βελτιώσεις που αξιοποίησαν πολύ το ακίνητο
3.
αναβαθμίζω
valorizar o papel das exportações na economia nacional
αναβαθμίζω το ρόλο των εξαγωγών στην εθνική οικονομία
4.
ανατιμώ
o aumento da procura valorizou bastante os imóveis
η αύξηση της ζήτησης ανατίμησε αρκετά τα ακίνητα
5.
αναδεικνύω
aquele vestido valorizava muito a sua silhueta
εκείνο το φόρεμα αναδείκνυε πολύ τη σιλούετα της
Porto Editora – valorizar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-18 16:02:32]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
valorizar o potencial da União
αξιοποιώ το δυναμικό της Ένωσης
MEIO AMBIENTE
detritos recuperáveis / valorizáveis / salvados
απορρίμματα προς περισυλλογή και ανακύκληση/διάσωση
MEIO AMBIENTE, INDÚSTRIA
detritos recuperáveis / detritos valorizáveis
απορρίμματα προς περισυλλογή και ανακύκλωση