favoritos
ve.lar separador fonéticavəˈlar

conjugação

verbo transitivo
1.
καλύπτω
mulheres que velam o rosto
γυναίκες που καλύπτουν το πρόσωπό τους
2.
θολώνω
a cortina velava a luz do sol
η κουρτίνα θόλωνε το φως του ηλίου
as lágrimas velavam-lhe a vista
τα δάκρυα θόλωναν τα μάτια του
a tristeza velava-lhe o olhar
η θλίψη θόλωνε το βλέμμα του
3.
συγκαλύπτω
quiseram velar o escândalo, mas não foi possível
θέλησαν να συγκαλύψουν το σκάνδαλο, αλλά δεν στάθηκε δυνατό
4.
ξαγρυπνώ, ξενυχτώ
toda a noite velou o doente
όλη τη νύχτα ξαγρύπνησε τον άρρωστο
velar um defunto
ξενυχτώ ένα νεκρό
5.
κάνω σκοπιά [σε]
quem velou o acampamento?
ποιος έκανε σκοπιά στην κατασκήνωση;
6.
φροντίζω [por, -/για]
Deus vela por nós
ο Θεός μας φροντίζει
os pais devem velar pelos filhos
οι γονείς οφείλουν να φροντίζουν τα παιδιά τους
velou bem pela educação dos seus filhos
φρόντισε καλά για τη μόρφωση των παιδιών του
verbo intransitivo
αγρυπνώ, κάνω σκοπιά
as sentinelas velaram toda a noite
οι σκοποί αγρύπνησαν όλη τη νύχτα
adjetivo de 2 géneros
1.
ANATOMIA υπερώιος
região velar
υπερώια χώρα
2.
GRAMÁTICA υπερωικός
consoante velar
υπερωικό σύμφωνο
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – velar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-13 17:53:13]. Disponível em

Provérbios

  • A quem vela nada se revela.
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – velar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-13 17:53:13]. Disponível em