velho

velha
ve.lho
ˈvɛʎu
adjetivo
1.
παλιός
aguardente velha
παλιά ρακή
a velha escada rangia com os meus passos
η παλιά σκάλα έτριζε κάτω από τα βήματά μου
esses sapatos estão velhos, deita-os fora
αυτά τα παπούτσια είναι παλιά, πέταξέ τα
esse truque já é velho
αυτό το κόλπο είναι πια παλιό
foi visitar a sua velha escola
πήγε και επισκέφτηκε το παλιό του σχολείο
o lenço era velho e rasgou-se
το μαντήλι ήταν παλιό και σχίστηκε
reavivar uma velha amizade
αναζωπυρώνω μια παλιά φιλία
sementes velhas e secas
παλιοί και ξεραμμένοι σπόροι
técnicas velhas e ultrapassadas
παλιές και ξεπερασμένες τεχνικές
uma oliveira velha e enrugada
μια παλιά και ροζιασμένη ελιά
um velho conhecido meu
ένας παλιός γνωστός μου
2.
μεγάλος
os meus pais já são bastante velhos
οι γονείς μου είναι ήδη αρκετά μεγάλοι
um gato velho e pelado
μια μεγάλη και μαδημένη γάτα
3.
γέρος, γηραιός, ηλικιωμένος
a velha criada servia ali há mais de trinta anos
η γριά υπηρέτρια υπηρετούσε εκεί για περισσότερο από τριάντα χρόνια
o velho sacristão ainda ajuda à missa
ο γηραιός νεωκόρος βοηθάει ακόμα στη λειτουργία
4.
γερασμένος
achei-o velho para trabalhar tanto
τον είδα γερασμένο για να εργάζεται τόσο πολύ
os anos fugiam, e sentia-se velho
τα χρόνια έτρεχαν, και ένιωθε γερασμένος
sente-se velho e com pouco préstimo
νιώθει γερασμένος και με ελάχιστη χρησιμότητα
nome masculino, feminino
1.
γέρος masculino, γέροντας, γριά feminino, γερόντισσα
recorrer à sapiência de um velho
ανατρέχω στη σοφία ενός γέροντα
uma velha manhosa
μια παμπόνηρη γριά
velhos e novos
γέροι και νέοι
2.
γέρος, γονέας
a minha velha
η γριά μου
o meu velho ainda está muito rijo
ο γέρος μου είναι ακόμα αρκετά γερός
vou visitar os meus velhos
πάω να δω τους γέρους μου
essa já é velha!
δεν μας λες και τίποτα καινούργιο!
fazer-se velho
μεγαλώνω, γερνώ
mais velho
μεγαλύτερος
a minha irmã mais velha
η μεγαλύτερη αδελφή μου

honrar os mais velhos
σέβομαι τους μεγαλύτερους
morrer de velho
πεθαίνω από γηρατειά
velho como a sé
παμπάλαιος
Velho Mundo
Γηραιά Ήπειρος
Porto Editora – velho no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 18:10:49]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
ovo não fresco / ovo velho
αυγό όχι φρέσκο
vinho velho
παλαιός οίνος
estrume velho
παλιά κοπριά, χωνεμένη κοπριά
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
a velho
παλιό, ταγγισμένο
AGROALIMENTAR, INDÚSTRIA
aroma/gosto a velho
γεύση ξεθυμασμένου
VER +