vergonhoso

vergonhosa
ver.go.nho.so
vərɡuˈɲozu
adjetivo
1.
αισχρός, επονείδιστος
é vergonhoso ver tratar assim as pessoas de idade
είναι αισχρό να βλέπει κανείς να φέρονται έτσι σε ηλικιωμένους
o que ele fez foi vergonhoso
αυτό που έκανε ήταν αισχρό
teve uma atitude vergonhosa
είχε ένα επονείδιστο φέρσιμο
2.
ατιμαστικός
foi vergonhoso, fugiu em vez de enfrentar o outro
ήταν ατιμαστικό, το έσκασε αντί να αντιμετωπίσει τον άλλο
não é vergonhoso admitir um erro
δεν είναι ατιμαστικό να παραδεχθεί κανείς ένα λάθος
Porto Editora – vergonhoso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 06:34:37]. Disponível em