visar

vi.sar
viˈzar
verbo transitivo
2.
αποσκοπώ
intervenção que visava clarificar os factos
παρέμβαση που αποσκοπούσε στο να διευκρινήσει τα γεγονότα
medidas que visam liberalizar a atividade económica
μέτρα που αποσκοπούν στο να απελευθερωθεί η οικονομική δραστηριότητα
obras que visam consolidar os solos
έργα που αποσκοπούν στην στερεοποίηση των εδαφών
uma política externa que visa o expansionismo
μια εξωτερική πολιτική που αποσκοπεί στον επεκτατισμό
um complô que visava depor o governo
μια συνωμοσία που αποσκοπούσε στην ανατροπή της κυβέρνησης
visar a subversão da ordem estabelecida
αποσκοπώ στην ανατροπή της έννομης τάξης
3.
στοχεύω
não sei quem é que ele visava com as suas palavras
δεν ξέρω ποιον στόχευε αυτός με τα λόγια του
4.
θεωρώ, βάζω βίζα
visar um passaporte
θεωρώ ένα διαβατήριο
5.
κοιτάζω
ela não parou de visar o rapaz
αυτή δεν σταμάτησε να κοιτάζει το νεαρό
Porto Editora – visar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 20:22:32]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
alimento não visado para animais
μη στοχευόμενη ζωοτροφή
ATIVIDADE POLÍTICA
vertente que visa a prevenção das crises e dos conflitos em África
σκέλος για την "πρόληψη των κρίσεων και των συγκρούσεων στην Αφρική"
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO, ORGANIZAÇÕES INTERNACIONAIS
Recomendação que visa regulamentar a utilização de dados pessoais no setor da polícia
σύσταση που έχει ως στόχο να ρυθμίσει τη χρήση των προσωπικών δεδομένων από την αστυνομία
VER +