voltar

verbo intransitivo
2.
γυρίζω, πάω πίσω
voltou a casa, porque se esquecera da carteira
γύρισε σπίτι, επειδή είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του
3.
ξαναγυρίζω, ξαναέρχομαι
ela já não volta
αυτή δεν θα ξαναέρθει
4.
ξαναπηγαίνω
fomos a Londres há muitos anos, e nunca mais lá voltámos
πήγαμε στο Λονδίνο πριν πολλά χρόνια, και δεν ξαναπήγαμε ποτέ
5.
γυρίζω, στρίβω
deves voltar na primeira à direita
πρέπει να στρίψεις στον πρώτο δρόμο δεξιά
6.
ξαναγυρίζω, επιστρέφω, επανέρχομαι
a alegria voltou ao seu olhar
η χαρά επέστρεψε στο βλέμμα του
tempos que já não voltam
χρόνια που δεν ξαναγυρίζουν
7.
γυρίζω, ξαναγυρίζω, επιστρέφω
voltou à antiga profissão
γύρισε στο παλιό του επάγγελμα
8.
επιστρέφω
voltar à normalidade
επιστρέφω στην ομαλότητα
9.
[verbo auxiliar]
ξανα- [a, -], ξανά [a, -], πάλι [a, -]
ela voltou a sair
αυτή βγήκε πάλι
ele não voltou a falar nisso
αυτός δεν ξαναμίλησε για το θέμα
fechou os olhos, mas logo voltou a abri-los
έκλεισε τα μάτια του, μα αμέσως τα ξανάνοιξε
voltar a fazer
ξανακάνω
voltei a encher-lhe o copo
του γέμισα ξανά το ποτήρι
[verbo auxiliar]
verbo transitivo
1.
γυρίζω, στρέφω
o professor voltou o ponteiro para o quadro
ο καθηγητής έστρεψε τη βέργα προς τον πίνακα
voltei o cadeirão de frente para a janela
γύρισα την πολυθρόνα προς το παράθυρο
voltou a cara para o lado, para que não a vissem chorar
έστρεψε το πρόσωπό της στο πλάι, για να μην δουν ότι έκλαιγε
voltou vagarosamente a cabeça e olhou-me
γύρισε σιγά το κεφάλι του και με κοίταξε
2.
γυρίζω
voltei a almofada do outro lado
γύρισα το μαξιλάρι από την άλλη μεριά
voltei-lhe as costas
του γύρισα την πλάτη
3.
αναποδογυρίζω
voltou o livro aberto e pousou-o
αναποδογύρισε το βιβλίο ανοικτό και το ακούμπησε
4.
στρέφω
o cientista voltou o seu interesse para experiências de outro tipo
ο επιστήμονας έστρεψε το ενδιαφέρον του σε άλλου είδους πειράματα
figurado voltar à carga
ξαναπροσπαθώ να επιβάλω το δικό μου
figurado voltar à estaca zero
ξεκινώ πάλι από το μηδέν
voltar ao assunto
επανέρχομαι στο θέμα
voltar a página
γυρίζω σελίδα
voltar a si
συνέρχομαι, επανακτώ τις αισθήσεις μου
voltar atrás/para trás
γυρίζω πίσω
figurado voltar à vaca-fria
επανέρχομαι/επιμένω στο θέμα
voltar com a palavra atrás
αθετώ το λόγο μου
volto já!
θα ξανάρθω αμέσως!
Como referenciar: Porto Editora – voltar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-28 21:05:18]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGROALIMENTAR
embalagem para aberturas repetidas / embalagem que pode voltar a ser fechada
επανακλειόμενη συσκευασία
CIÊNCIAS
fazer a volta de cão / rondar ao contrário
αναστρέφομαι
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
volta completa
πλήρης ανατροπή
separações de argila à volta dos grãos do esqueleto
διαφοροποιήσεις της αργίλου γύρω από τους σκελετικούς κόκκους
separações de argila à volta dos poros
διαφοροποιήσεις αργίλου γύρω από τους πόρους
VER +