-->

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

O Gangue dos Cavaleiros

Sofia Pereira

Os Walkers

Maria Inês Almeida

Morte no Parque

Lourenço Seruya

apɔtɛˈlɔ
favoritosfavoritos
verbo transitivo
2.ª pessoa singular presente indicativo: αποτελείς
aoristo: απετέλεσα ou αποτέλεσα
aoristo passivo: αποτελέστηκα
particípio passado: αποτελούμενος
constituir, formar, compor, fazer parte
αποτελώ αναπόσπαστο μέρος από...
fazer parte integrante de...
αποτελώ μέρος της διοίκησης
fazer parte da administração
αποτελώ παράδειγμα
ser exemplo
αυτά αποτελούν το σύνολο της περιουσίας του
isto constitui o total dos seus bens
αυτό δεν αποτελεί αδίκημα
isto não é um delito
αυτό δεν αποτελεί απόδειξη
isso não prova nada
αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα
isso não é problema
αυτοί αποτέλεσαν μια επιχείρηση
eles formaram uma empresa
αυτοί αποτελούν την πλειοψηφία
eles constituem a maioria
το ρύζι αποτελεί τη βάση της διατροφής μερικών λαών
o arroz constitui a base de alimentação de alguns povos
αποτελούμαι
verbo intransitivo
ser composto [-, de], consistir [-, em], constar [-, de]
οι εγκαταστάσεις αποτελούνται από τρεις διαφορετικούς χώρους
as instalações consistem em três espaços independentes
ο χρόνος αποτελείται από δώδεκα μήνες
o ano tem doze meses
το συμβούλιο αποτελείται από ...
o conselho é formado por ...

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • LAW
    αποτελώ αφετηρία προθεσμιών
    pt
    fazer correr um prazo
  • EUROPEAN UNION / FINANCE
    αποτελώ αντικείμενο μεταφοράς
    pt
    ser objeto de transferência
  • LAW
    αποτελώ αντικείμενο παραίτησης
    pt
    ser objeto de renúncia
  • LAW
    αποτελώ αντικείμενο διεθνούς καταχώρησης
    pt
    ser objeto de registo internacional
  • FINANCE
    αποτελώ αντικείμενο πρόσκλησης καταβολής
    pt
    ser objeto de uma chamada
  • LAW
    αποτελώ ενιαίο σύνολο όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού
    pt
    constituir, quanto à aplicação do direito, um todo indivisível
  • waste incineration
    καύσιμα που δεν αποτελούν απόβλητα
    pt
    combustível não derivado de resíduos
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    έλασμα που αποτελεί προέκταση του στίπου
    pt
    lamela descendente
  • Community budget
    δαπάνη που αποτελεί το αντικείμενο ανάληψης
    pt
    despesas autorizadas
  • FINANCE
    εισαγωγή που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ
    pt
    importação objeto de dumping
  • LAW
    αποτελεί ένδειξη καταχρηστικής συμπεριφοράς
    pt
    fundamentar uma suspeita de abuso
  • consumer price / statistics / real property
    κατοικία που αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής
    pt
    habitação transacionada
  • FINANCE
    τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο ανεπίσημης χρηματιστηριακής εγγραφής / τίτλοι που αποτελούν αντικεί διαπραγμάτευσης / μη διατιμημένος τίτλος
    pt
    título não cotado, valor mobiliário com cotações não oficiais, títulos não cotados oficialmente
  • EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    προστατευτικό μέσο που αποτελεί ενιαίο τμήμα
    pt
    meio protetor solidário
  • preparation for market
    παράγων που αποτελεί εμπόδιο στον ανταγωνισμό
    pt
    fator anticoncorrencial preexistente
  • communications
    δαπάνη που αποτελεί τη βάση της τιμής πρόσβασης
    pt
    custo implícito no preço a pagar pelo acesso
  • intellectual property
    σχέδιο ή υπόδειγμα που αποτελεί προϊόν παράβασης
    pt
    desenho ou modelo delituoso
  • accounting
    κίνδυνοι που αποτελούν απόρροια απάτης ή σφάλματος
    pt
    risco resultante da ocorrência de fraudes ou erros
  • ECONOMICS
    ασφάλιστρα που αποτελούν μορφή κοινωνικής εισφοράς
    pt
    prémios que constituem uma forma de contribuição social
  • natural and applied sciences
    συνάρτηση που αποτελεί το αντικείμενο αριστοποίησης
    pt
    função objetiva
  • FINANCE
    ποσό που από νομική άποψη αποτελεί μέγεθος αναφοράς
    pt
    montante fixado em referências jurídicas
  • mechanical engineering
    σύστημα που αποτελεί ολοκληρωμένο συμπαγές μηχάνημα
    pt
    unidade compacta integrada
  • ECONOMICS
    αποζημιώσεις που αποτελούν μορφή κοινωνικών παροχών
    pt
    indemnizações que constituem uma forma de prestação social
  • EUROPEAN UNION / LAW
    σημείο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς
    pt
    determinado aspeto do litígio
  • intellectual property
    προϊόν το οποίο αποτελεί συστατικό σύνθετου προϊόντος
    pt
    produto que constitui um componente de um produto complexo
  • FINANCE
    τίτλοι χρησιμοποιούμενοι ως μέτρο για την κίνηση και τις τάσεις της αγοράς / τίτλοι τρεχούμενων ανώνυμων τοκοφόρων μη ονομαστικών ομολογιών μίας έκδοσης / τίτλοι που αποτελούν πρότυπο σύγκρισης,μέτρο ποιότητας
    pt
    emissões de referência
  • Community budget
    οι πιστώσεις αποτελούν αντικείμενο αυτόματης μεταφοράς
    pt
    as dotações transitam automaticamente
  • ECONOMICS
    αντικατάσταση των ελαστικών αποτελεί ενδιάμεση ανάλωση
    pt
    a substituição dos pneus constitui um consumo intermédio
  • natural and applied sciences
    τεχνολογία που αποτελεί το αντικείμενο της κοινοπραξίας
    pt
    tecnologia posta em comum
  • FINANCE
    πράξεις οι οποίες αποτελούν τόσο εισροές όσο και εκροές
    pt
    operações a montante e a jusante
  • information security
    τρωτό σημείο που αποτελεί αντικείμενο ενεργού εκμετάλλευσης
    pt
    vulnerabilidade ativamente explorada
  • financial market / FINANCE
    συναλλαγή που αποτελεί αντικείμενο ιδιωτικής διαπραγμάτευσης
    pt
    transação negociada de forma privada
  • FINANCE
    επιχείρηση που δεν αποτελεί μέλος του συστήματος συμψηφισμού
    pt
    agente que não procede a compensação
  • coal industry / mechanical engineering
    τα συρματόσχοινα NUFLEX αποτελούνται από πολλάς σειράς κλώνων
    pt
    os cabos Nuflex têm várias camadas de toros
  • FINANCE
    νομίσματα,εκτός των χρυσών,τα οποία δεν αποτελούν επίσημο νόμισμα
    pt
    moedas, excluindo moedas em ouro, sem curso legal
  • electronics and electrical engineering / statistics
    ονομαστική ισχύς των μηχανών που αποτελούν μια υδροηλεκτρική ομάδα
    pt
    potência nominal das máquinas principais de um grupo gerador
  • administrative law / EUROPEAN UNION
    η εξαφάνιση εκηρύχθη με δικαστική απόφαση που αποτελεί δεδικασμένο
    pt
    a morte presumida tiver sido declarada por sentença com trânsito em julgado
  • criminal law
    έγκλημα του οποίου η καταπολέμηση αποτελεί προτεραιότητα για την ΕΕ
    pt
    prioridades da UE em matéria de criminalidade
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    διευκρινίζω τα σημεία τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς
    pt
    clarificar as questões que são objeto de litígio entre as partes
  • FINANCE
    χρεωστικός τίτλος που αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσης στην αγορά
    pt
    título de dívida negociável no mercado de capitais
  • Procedural law
    διευκρινίζω τα ζητήματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς
    pt
    clarificar os pontos controvertidos entre as partes
  • ECONOMICS
    μονάδα μέτρησης που δεν είναι ούτε σταθερή ούτε αποτελεί διεθνές μέτρο
    pt
    a unidade monetária não é nem um padrão estável, nem um padrão internacional
  • EUROPEAN UNION / FINANCE
    κάθε είσπραξη θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο κοινοποίησης στον διατάκτη
    pt
    qualquer recebimento deve ser objeto de uma notificação ao ordenador
  • GEOGRAPHY
    Λεκάνη της Μεσογείου,χώρες και εδάφη που αποτελούν τη λεκάνη της Μεσογείου
    pt
    bacia mediterrânica, países e territórios que constituem a bacia mediterrânica
  • ENVIRONMENT
    Παλαιότερες ανορθωτικές λυχνίες αποτελούνταν από ένα κάλυμμα από ασβεστύαλο.
    pt
    os primeiros tubos retificadores eram fabricados com uma ampola de vidro de cal
  • international trade
    προϊόν που φέρει εμπορικό σήμα και αποτελεί αντικείμενο παραποίησης ή απομίμησης
    pt
    mercadoria apresentada sob uma marca de contrafação
  • land transport / building and public works / TRANSPORT
    Οι κατά μήκος διαγραμμίσεις αποτελούνται από συνεχείς και διακεκομμένες γραμμές.
    pt
    as linhas longitudinais são linhas contínuas e linhas descontínuas
  • FINANCE
    νόμισμα που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις επίσημες αγορές συναλλάγματος
    pt
    moeda cotada nos mercados cambiais oficiais
  • preparation for market / EUROPEAN UNION
    κανονισμός...για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ...
    pt
    regulamento ... relativo à defesa contra as importações objeto de dumping
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar Seta para baixo
αποτελώ – no Dicionário infopédia de Grego - Português [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/grego-portugues/αποτελώ [visualizado em 2026-08-03 12:34:25].

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • LAW
    αποτελώ αφετηρία προθεσμιών
    pt
    fazer correr um prazo
  • EUROPEAN UNION / FINANCE
    αποτελώ αντικείμενο μεταφοράς
    pt
    ser objeto de transferência
  • LAW
    αποτελώ αντικείμενο παραίτησης
    pt
    ser objeto de renúncia
  • LAW
    αποτελώ αντικείμενο διεθνούς καταχώρησης
    pt
    ser objeto de registo internacional
  • FINANCE
    αποτελώ αντικείμενο πρόσκλησης καταβολής
    pt
    ser objeto de uma chamada
  • LAW
    αποτελώ ενιαίο σύνολο όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού
    pt
    constituir, quanto à aplicação do direito, um todo indivisível
  • waste incineration
    καύσιμα που δεν αποτελούν απόβλητα
    pt
    combustível não derivado de resíduos
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    έλασμα που αποτελεί προέκταση του στίπου
    pt
    lamela descendente
  • Community budget
    δαπάνη που αποτελεί το αντικείμενο ανάληψης
    pt
    despesas autorizadas
  • FINANCE
    εισαγωγή που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ
    pt
    importação objeto de dumping
  • LAW
    αποτελεί ένδειξη καταχρηστικής συμπεριφοράς
    pt
    fundamentar uma suspeita de abuso
  • consumer price / statistics / real property
    κατοικία που αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής
    pt
    habitação transacionada
  • FINANCE
    τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο ανεπίσημης χρηματιστηριακής εγγραφής / τίτλοι που αποτελούν αντικεί διαπραγμάτευσης / μη διατιμημένος τίτλος
    pt
    título não cotado, valor mobiliário com cotações não oficiais, títulos não cotados oficialmente
  • EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    προστατευτικό μέσο που αποτελεί ενιαίο τμήμα
    pt
    meio protetor solidário
  • preparation for market
    παράγων που αποτελεί εμπόδιο στον ανταγωνισμό
    pt
    fator anticoncorrencial preexistente
  • communications
    δαπάνη που αποτελεί τη βάση της τιμής πρόσβασης
    pt
    custo implícito no preço a pagar pelo acesso
  • intellectual property
    σχέδιο ή υπόδειγμα που αποτελεί προϊόν παράβασης
    pt
    desenho ou modelo delituoso
  • accounting
    κίνδυνοι που αποτελούν απόρροια απάτης ή σφάλματος
    pt
    risco resultante da ocorrência de fraudes ou erros
  • ECONOMICS
    ασφάλιστρα που αποτελούν μορφή κοινωνικής εισφοράς
    pt
    prémios que constituem uma forma de contribuição social
  • natural and applied sciences
    συνάρτηση που αποτελεί το αντικείμενο αριστοποίησης
    pt
    função objetiva
  • FINANCE
    ποσό που από νομική άποψη αποτελεί μέγεθος αναφοράς
    pt
    montante fixado em referências jurídicas
  • mechanical engineering
    σύστημα που αποτελεί ολοκληρωμένο συμπαγές μηχάνημα
    pt
    unidade compacta integrada
  • ECONOMICS
    αποζημιώσεις που αποτελούν μορφή κοινωνικών παροχών
    pt
    indemnizações que constituem uma forma de prestação social
  • EUROPEAN UNION / LAW
    σημείο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς
    pt
    determinado aspeto do litígio
  • intellectual property
    προϊόν το οποίο αποτελεί συστατικό σύνθετου προϊόντος
    pt
    produto que constitui um componente de um produto complexo
  • FINANCE
    τίτλοι χρησιμοποιούμενοι ως μέτρο για την κίνηση και τις τάσεις της αγοράς / τίτλοι τρεχούμενων ανώνυμων τοκοφόρων μη ονομαστικών ομολογιών μίας έκδοσης / τίτλοι που αποτελούν πρότυπο σύγκρισης,μέτρο ποιότητας
    pt
    emissões de referência
  • Community budget
    οι πιστώσεις αποτελούν αντικείμενο αυτόματης μεταφοράς
    pt
    as dotações transitam automaticamente
  • ECONOMICS
    αντικατάσταση των ελαστικών αποτελεί ενδιάμεση ανάλωση
    pt
    a substituição dos pneus constitui um consumo intermédio
  • natural and applied sciences
    τεχνολογία που αποτελεί το αντικείμενο της κοινοπραξίας
    pt
    tecnologia posta em comum
  • FINANCE
    πράξεις οι οποίες αποτελούν τόσο εισροές όσο και εκροές
    pt
    operações a montante e a jusante
  • information security
    τρωτό σημείο που αποτελεί αντικείμενο ενεργού εκμετάλλευσης
    pt
    vulnerabilidade ativamente explorada
  • financial market / FINANCE
    συναλλαγή που αποτελεί αντικείμενο ιδιωτικής διαπραγμάτευσης
    pt
    transação negociada de forma privada
  • FINANCE
    επιχείρηση που δεν αποτελεί μέλος του συστήματος συμψηφισμού
    pt
    agente que não procede a compensação
  • coal industry / mechanical engineering
    τα συρματόσχοινα NUFLEX αποτελούνται από πολλάς σειράς κλώνων
    pt
    os cabos Nuflex têm várias camadas de toros
  • FINANCE
    νομίσματα,εκτός των χρυσών,τα οποία δεν αποτελούν επίσημο νόμισμα
    pt
    moedas, excluindo moedas em ouro, sem curso legal
  • electronics and electrical engineering / statistics
    ονομαστική ισχύς των μηχανών που αποτελούν μια υδροηλεκτρική ομάδα
    pt
    potência nominal das máquinas principais de um grupo gerador
  • administrative law / EUROPEAN UNION
    η εξαφάνιση εκηρύχθη με δικαστική απόφαση που αποτελεί δεδικασμένο
    pt
    a morte presumida tiver sido declarada por sentença com trânsito em julgado
  • criminal law
    έγκλημα του οποίου η καταπολέμηση αποτελεί προτεραιότητα για την ΕΕ
    pt
    prioridades da UE em matéria de criminalidade
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    διευκρινίζω τα σημεία τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς
    pt
    clarificar as questões que são objeto de litígio entre as partes
  • FINANCE
    χρεωστικός τίτλος που αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσης στην αγορά
    pt
    título de dívida negociável no mercado de capitais
  • Procedural law
    διευκρινίζω τα ζητήματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς
    pt
    clarificar os pontos controvertidos entre as partes
  • ECONOMICS
    μονάδα μέτρησης που δεν είναι ούτε σταθερή ούτε αποτελεί διεθνές μέτρο
    pt
    a unidade monetária não é nem um padrão estável, nem um padrão internacional
  • EUROPEAN UNION / FINANCE
    κάθε είσπραξη θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο κοινοποίησης στον διατάκτη
    pt
    qualquer recebimento deve ser objeto de uma notificação ao ordenador
  • GEOGRAPHY
    Λεκάνη της Μεσογείου,χώρες και εδάφη που αποτελούν τη λεκάνη της Μεσογείου
    pt
    bacia mediterrânica, países e territórios que constituem a bacia mediterrânica
  • ENVIRONMENT
    Παλαιότερες ανορθωτικές λυχνίες αποτελούνταν από ένα κάλυμμα από ασβεστύαλο.
    pt
    os primeiros tubos retificadores eram fabricados com uma ampola de vidro de cal
  • international trade
    προϊόν που φέρει εμπορικό σήμα και αποτελεί αντικείμενο παραποίησης ή απομίμησης
    pt
    mercadoria apresentada sob uma marca de contrafação
  • land transport / building and public works / TRANSPORT
    Οι κατά μήκος διαγραμμίσεις αποτελούνται από συνεχείς και διακεκομμένες γραμμές.
    pt
    as linhas longitudinais são linhas contínuas e linhas descontínuas
  • FINANCE
    νόμισμα που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις επίσημες αγορές συναλλάγματος
    pt
    moeda cotada nos mercados cambiais oficiais
  • preparation for market / EUROPEAN UNION
    κανονισμός...για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ...
    pt
    regulamento ... relativo à defesa contra as importações objeto de dumping
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar Seta para baixo
αποτελώ – no Dicionário infopédia de Grego - Português [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/grego-portugues/αποτελώ [visualizado em 2026-08-03 12:34:25].
-->

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

O Gangue dos Cavaleiros

Sofia Pereira

Os Walkers

Maria Inês Almeida

Morte no Parque

Lourenço Seruya