dis.far.çar
diʃfɐrˈsar
diʃfɐrˈsarverbo transitivo
1.
μεταμφιέζω
disfarçar uma criança
μεταμφιέζω ένα παιδί
2.
κρύβω, συγκαλύπτω, αποκρύπτω
disfarçar a verdade
συγκαλύπτω την αλήθεια
disfarçar uma armadilha
συγκαλύπτω μια ενέδρα
tentar disfarçar o coxeio
προσπαθώ να κρύψω το κούτσαμα
3.
κρύβω, συγκαλύπτω, αποκρύπτω, πνίγω
disfarçar o ódio/a raiva
πνίγω το μίσος/την οργή μου
disfarçar um bocejo
πνίγω ένα χασμουρητό
disfarçar um sorriso
συγκαλύπτω ένα χαμόγελο
sorriu, para disfarçar o embaraço
χαμογέλασε, για να συγκαλύψει την αμηχανία
4.
παραποιώ
disfarçar a voz/letra
παραποιώ τη φωνή/το γραφικό χαρακτήρα μου
verbo intransitivo
το κρύβω
estava apreensivo, mas sorria para disfarçar
ήταν ανήσυχος, μα χαμογελούσε για να το κρύψει
ficou irritado, mas disfarçou
τσαντίστηκε, μα το έκρυψε
Partilhar
Como referenciar 
disfarçar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/disfarçar [visualizado em 2026-06-07 23:54:48].