favoritos
ˈkɔvɔ
verbo transitivo
1.
próprio, figurado cortar
αν πάρετε δύο ζευγάρια, θα σας κόψω λίγο στην τιμή
se levar dois pares, corto-lhe um bocado no preço
δεν αποφάσισε αν θα κόψει ή όχι τα μαλλιά της
ainda não decidiu se vai ou não cortar o cabelo
έκοψα ένα τριαντάφυλλο
cortei uma rosa
έκοψα λίγη κλωστή με το ψαλίδι
cortei um pedaço de linha com a tesoura
έκοψα τη γλώσσα μου
cortei a língua
έκοψαν μερικές σκηνές από την ταινία
cortaram algumas cenas do filme
έκοψε τα νύχια σύρριζα
cortou as unhas rentes
έκοψαν την προβολή στη μέση, για να πάνε να φάνε
cortaram a projecção a meio, para irem jantar
έκοψε αρκετά στα μηνιαία του έξοδα
ele cortou bastante nas suas despesas mensais
έκοψε ένα πορτοκάλι από το δέντρο
cortou uma laranja da árvore
έκοψε το δάκτυλο με ένα μαχαίρι
cortou-se num dedo com uma faca
η νέα πολυκατοικία μας έκοψε τη θέα της Ακρόπολης
o prédio novo cortou-nos a vista para a Acrópole
θα κόψω μερικές φράσεις από το κείμενο
vou cortar algumas frases do texto
κόβω ένα κρεμμύδι σε ροδέλες
cortar uma cebola às rodelas
κόβω ένα ύφασμα
cortar um tecido
κόβω (κάτι) με τα δόντια
cortar (uma coisa) com os dentes, cortar (uma coisa) à dentada
κόβω ξύλα με τσεκούρι
cortar lenha com um machado
κόβω το κρέας
cortar a carne
κόβω φέτες ψωμί
cortar fatias de pão
κόψε την τράπουλα, σε παρακαλώ
corta o baralho, se faz favor
μερικά κορμιά δέντρων κόπηκαν για καυσόξυλα
alguns troncos de árvore foram cortados para lenha
μην κόψεις το μουστάκι, σου πάει
não cortes o bigode, que te fica bem
μπαίνοντας, έκοψε τη συζήτησή μας στη μέση
ao entrar, cortou-nos a conversa a meio
οι γιατροί αναγκάστηκαν να του κόψουν ένα πόδι
os médicos tiveram que lhe cortar uma perna
οι τηλεφωνικές γραμμές κόπηκαν
as linhas telefónicas estão cortadas
ο καθηγητής έκοψε μισή ώρα από το μάθημα
o professor cortou meia hora à lição
τα χωράφια κόβονται από αρδευτικά κανάλια
os campos são cortados por canais de irrigação
του έκοψαν το ρεύμα, διότι δεν πλήρωνε
cortaram-lhe a electricidade, porque não pagava
2.
rasgar
έκοψε ένα φύλλο χαρτί και μου το έδωσε
rasgou uma folha de papel e deu-ma
3.
(moeda) cunhar
κόβω νόμισμα
cunhar moeda
4.
(recibos, etc.) passar
κόβω ένα τιμολόγιο
passar uma factura
μου έκοψε μια απόδειξη για 100 ευρώ
passou-me um recibo de 100 euros
5.
(bilhetes) tirar
έκοψε εισιτήριο για το τρένο των 9
tirou bilhete para o comboio das 9
6.
coloquial topar
έκοψα αμέσως ποιες ήταν οι προθέσεις του
eu topei logo quais eram as suas intenções
7.
(exames, etc.) chumbar
ο καθηγητής τον έκοψε στα μαθηματικά
o professor chumou-o a Matemática
8.
(velocidade) diminuir
στις στροφές, πάντα κόβει ταχύτητα
nas curvas, diminui sempre de velocidade
9.
deixar [-, de]
έκοψε κάθε διασκέδαση
ele deixou-se de divertimentos
κόβω το κάπνισμα
deixar de fumar
κόβω το ποτό
deixar de beber
10.
guinar
έκοψε απότομα δεξιά και καρφώθηκε στο πεζοδρόμιο
guinou de repente à direita, e espetou-se no passeio
11.
(grãos) moer
έκοψε τους κόκκους του καφέ
moeu os grãos de café
κόβω κόκκους πιπεριού
moer grãos de pimenta
12.
DESPORTO bloquear, interceptar
έκοψε την μπαλιά ενός αντιπάλου
bloqueou o pontapé de um dos adversários
προσπάθησε να κόψει τη μπαλιά, αλλά δεν τα κατάφερε
tentou interceptar a bola, mas não conseguiu
13.
(estalada, bofetão, etc.) assentar, dar
θα σου κόψω μια, που θα δεις τον ουρανό με τα άστρα!
dou-te uma, que ficas a ver estrelas!
του έκοψε ένα γερό χαστούκι
assentou-lhe um valente bofetão
14.
(cores) desbotar
η πολυκαιρία έκοψε τα χρώματα
os anos desbotaram as cores
verbo intransitivo
1.
cortar
αυτό το μαχαίρι κόβει καλά
esta faca corta bem
αυτό το ξυραφάκι δεν κόβει πολύ
esta lâmina não corta bem
σειρά σου να κόψεις
é a tua vez de cortar
2.
(alimentos líquidos) talhar
δεν είναι εύκολο να κάνεις μαγιονέζα χωρίς να κόψει
não é fácil fazer maionese sem que ela talhe
το γάλα έκοψε
o leite talhou
3.
parar
ο αέρας δεν έκοψε ακόμα
o vento ainda não parou
είπαν ότι η βροχή θα κόψει από αύριο
disseram que a chuva vai parar a partir de amanhã
4.
coloquial ficar chupado
μετά την αρρώστια, η μούρη του έκοψε πολύ
depois da doença, ficou com a cara muito chupada
5.
romper
έκοψα μαζί του όταν κατάλαβα ότι λέει ψέματα
rompi com ele quando verifiquei que é um mentiroso
έκοψε με το φίλο της
ela rompeu com o namorado
6.
(cores) desbotar
το χρώμα του σακακιού έκοψε
a cor do casaco desbotou
verbo passivo
figurado (δεν) κόβει το μυαλό μου
(não) ser esperto
figurado δεν του κόβει
é de compreensão lenta
κόβει το μάτι μου
ter boa vista
figurado κόβω το κεφάλι μου (για κάποιον)
pôr as mãos no fogo (por alguém)
figurado κόβω βόλτες
cirandar
κόβει βόλτες με το καμπριολέ του
anda a cirandar com o descapotável
figurado κόβω δρόμο
cortar caminho, encurtar caminho
κόβω εισιτήρια
ser um sucesso de bilheteira
ένα θεατρικό που έκοψε πολλά εισιτήρια
uma peça que foi um sucesso de bilheteira
figurado κόβω και ράβω
contar as coisas à sua maneira
figurado κόβω κίνηση
observar o que se passa
κόβω λουλούδια
colher flores
figurado κόβω τα πόδια (κάποιου)
cortar as orelhas (a alguém)
figurado κόβω τα χέρια (σε κάποιον)
atar as mãos (a alguém)
figurado κόβω τα φτερά/τη φόρα (σε κάποιον)
desencorajar (alguém)
figurado κόβω την ανάσα (σε κάποιον)
cortar a respiração (a alguém)
figurado κόβω την καλημέρα (σε κάποιον)
deixar de cumprimentar (alguém), cortar relacões (com alguém)
κόβω την όρεξη
tirar o apetite
figurado κόβω τις γέφυρες
cortar as pontes
κόβω τις γέφυρες με την οικογένεια
cortar as pontes com a família
figurado κόβω τις σχέσεις (με κάποιον)
cortar relações (com alguém)
κόβω τις φλέβες μου
cortar os pulsos
figurado κόβω το αίμα/τη χολή/τα ήπατα (σε κάποιον)
meter medo (a alguém)
figurado κόβω το βήχα/τον αέρα (σε κάποιον)
meter (alguém) na ordem
figurado κόβω το δρόμο (σε κάποιον)
barrar o caminho (a alguém)
figurado κόβω το κεφάλι μου ότι...
apostar a cabeça em como...
vulgarismo κόβω τον κώλο (κάποιου)
meter (alguém) na linha
figurado κόπηκαν τα πόδια μου
caiu-me a alma aos pés
figurado κόψε το λαιμό σου!
desenrasca-te lá como puderes!
με κόβει κρύος ιδρώτας
ter suores frios
coloquial, figurado μου 'κοψε η πείνα/λόρδα
ter a barriga a dar horas
figurado το κόβω λάσπη
dar às de vila-diogo, pôr-se ao fresco
το κόβω με τα πόδια
meter pernas a caminho
κόψε κάτι!
não sejas tão exagerado!
[particípio passado: κομμένος; aoristo: έκοψα; aoristo passivo: κόπηκα]

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • means of communication
    ψαλιδίζω τα περιθώρια βιβλίου / ξακρίζω / κόβω
    pt
    agorentar
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    κόβω / διακόπτω / αποσυνδέω
    pt
    desligar
  • social problem
    κόβω
    pt
    cortar, adulterar
  • materials technology / mechanical engineering
    κόβω λοξά
    pt
    chanfrar
  • industrial structures
    κάνω καθαρό κόψιμο / κόβω καθαρά
    pt
    rentear completamente
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    κόβω τα άκρα / κόβω τα μπορ
    pt
    cortar as margens, cortar as bordas
  • mechanical engineering / chemical compound
    κόβω καύσιμα
    pt
    corte rápido
  • industrial structures
    λαξεύω τα ψίδια / κόβω τα ψίδια
    pt
    cortar o corte
  • electronics and electrical engineering
    φετοποιώ / κόβω σε φέτες
    pt
    cortar em secções
  • land transport / TRANSPORT
    αποσυνδέω τη μηχανή / κόβω τη μηχανή
    pt
    desengatar a máquina
  • electronics and electrical engineering / communications / ECONOMICS
    διακόπτω τη σύνδεση / κόβω την επικοινωνία / διακόπτω την επικοινωνία / κόβω τη σύνδεση
    pt
    cortar a comunicação
  • electronics and electrical engineering
    κόβω ένα κύκλωμα / διακόπτω ένα κύκλωμα
    pt
    cortar um circuito
  • iron, steel and other metal industries
    διατέμνω / διαμελίζω / κόβω χωρίς απόβλητα
    pt
    cortar, cortar sem arranque de apara, cortar chapa
  • forestry
    Ανανεώνω κόβω δένδρο προς ανανέωση
    pt
    corte redutivo de rebentos, caules e raízes
  • means of communication
    σπάζω,κόβω τις γωνίες βιβλίου
    pt
    quebrar o canto
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – κόβω no Dicionário infopédia de Grego - Português [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-20 12:54:16]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • means of communication
    ψαλιδίζω τα περιθώρια βιβλίου / ξακρίζω / κόβω
    pt
    agorentar
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    κόβω / διακόπτω / αποσυνδέω
    pt
    desligar
  • social problem
    κόβω
    pt
    cortar, adulterar
  • materials technology / mechanical engineering
    κόβω λοξά
    pt
    chanfrar
  • industrial structures
    κάνω καθαρό κόψιμο / κόβω καθαρά
    pt
    rentear completamente
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    κόβω τα άκρα / κόβω τα μπορ
    pt
    cortar as margens, cortar as bordas
  • mechanical engineering / chemical compound
    κόβω καύσιμα
    pt
    corte rápido
  • industrial structures
    λαξεύω τα ψίδια / κόβω τα ψίδια
    pt
    cortar o corte
  • electronics and electrical engineering
    φετοποιώ / κόβω σε φέτες
    pt
    cortar em secções
  • land transport / TRANSPORT
    αποσυνδέω τη μηχανή / κόβω τη μηχανή
    pt
    desengatar a máquina
  • electronics and electrical engineering / communications / ECONOMICS
    διακόπτω τη σύνδεση / κόβω την επικοινωνία / διακόπτω την επικοινωνία / κόβω τη σύνδεση
    pt
    cortar a comunicação
  • electronics and electrical engineering
    κόβω ένα κύκλωμα / διακόπτω ένα κύκλωμα
    pt
    cortar um circuito
  • iron, steel and other metal industries
    διατέμνω / διαμελίζω / κόβω χωρίς απόβλητα
    pt
    cortar, cortar sem arranque de apara, cortar chapa
  • forestry
    Ανανεώνω κόβω δένδρο προς ανανέωση
    pt
    corte redutivo de rebentos, caules e raízes
  • means of communication
    σπάζω,κόβω τις γωνίες βιβλίου
    pt
    quebrar o canto
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – κόβω no Dicionário infopédia de Grego - Português [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-20 12:54:16]. Disponível em