Alguns resultados com a palavra ζωή no dicionário de Grego - Português
ανήφορος
provação
αναχωρητικός
anacorético
αταλαιπώρητος
sem canseiras
βοσκός
pastor
ερημιτικός
eremítico
ζωή
vida
κακομοίρικος
miserável
καματεύω
labutar
μοιρολατρία
fatalismo
μοιρολατρικός
fatalista