Alguns resultados com a palavra ως no dicionário de Grego - Português
έγγιστα
ως έγγιστα
αρχειοφύλακας
arquivista
αυτοδιαφημίζομαι
arvorar-se
βαρέλω
dorna
δασοκόμος
silvicultor
εβραιολόγος
hebraísta
εική
εική και ως έτυχε
ευθύς ως
mal
λιθογράφος
litógrafo
λιθοκόπος
britador