acoimar

a.coi.mar
ɐkojˈmar
verbo transitivo
1.
επιβάλλω πρόστιμο [σε]
acoimar um condutor que cometeu uma transgressão
επιβάλλω πρόστιμο σε οδηγό που έκανε παράβαση
2.
μέμφομαι, επικρίνω, κατακρίνω, κατηγορώ
acoimar a atitude (de alguém)
μέμφομαι τη στάση (κάποιου)
3.
figurado χαρακτηρίζω [de, ως], βάζω ετικέτα [de, + gen.]
acoimar (alguém) de doidivanas
βάζω (σε κάποιον) την ετικέτα του παλαβιάρη
VEJA TAMBÉM
VER +
ANAGRAMAS
Porto Editora – acoimar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-07 16:19:12]. Disponível em