favoritos
a.cor.doseparador fonéticaɐˈkordu
nome masculino
1.
συμφωνία feminino
acordo verbal
προφορική συμφωνία
as duas partes chegaram a um acordo
τα δύο μέρη σύναψαν συμφωνία
estabelecer um acordo secreto
συνάπτω μυστική συμφωνία
foi difícil a obtenção de um acordo
ήταν δύσκολη η επίτευξη συμφωνίας
supõe-se que em breve se chegará a um acordo
εικάζεται ότι σύντομα θα επιτευχθεί συμφωνία
2.
συγκατάβαση feminino
não faz nada sem o meu acordo
δεν κάνει τίποτα δίχως τη συγκατάβασή μου
precisamos de assegurar o seu acordo
χρειάζεται να εξασφαλίσουμε τη συγκατάβασή του
3.
συμφωνία feminino, σύμβαση feminino
as conversações terminaram com um acordo bilateral
οι συνομιλίες κατέληξαν σε διμερή συμφωνία
assinar um acordo
υπογράφω μια σύμβαση
direitos garantidos por um acordo
δικαιώματα που εξασφαλίζονται από μια σύμβαση
estudar o texto preliminar de um acordo
μελετώ το προκαταρκτικό κείμενο μιας συμφωνίας
infringir um acordo
παραβιάζω μια σύμβαση
o acordo favorece o nosso país
η συμφωνία ευνοεί την χώρα μας
ratificar um acordo
επικυρώνω μια συμφωνία
acordo amigável
φιλική συμφωνία
acordo de cavalheiros
συμφωνία κυρίων
acordo pré-nupcial
προγαμιαία συμφωνία
acordo provisório
προσωρινή συμφωνία
aí, estamos de acordo
σ' αυτό συμφωνούμε
chegar a (um) acordo
συνάπτω συμφωνία
de acordo!
σύμφωνοι!
de acordo com
σύμφωνα με, δυνάμειgenitivo
de comum acordo
κοινή συναινέσει
estar de acordo (com alguém)
συμφωνώ (με κάποιον)
estou de acordo contigo
συμφωνώ μαζί σου
estar de acordo (com alguma coisa)
συμφωνώ (με κάτι)
estou de acordo com a tua decisão
συμφωνώ με την απόφασή σου
estar sem acordo
είμαι λιπόθυμος
fazer um acordo
κάνω μια συμφωνία
não dar acordo de si
δεν έχω τις αισθήσεις μου
pôr-se de acordo com
έρχομαι σε συμφωνία με
acordo
Presente do Indicativo do verbo acordar
expandir
eu
acordo
tu
acordas
ele, ela, você
acorda
nós
acordamos
vós
acordais
eles, elas, vocês
acordam

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • international agreement / LAW
    acordo
    el
    συμφωνία
  • LAW
    acordo / aceitação
    el
    συγκατάθεση
  • LAW
    acordo
    el
    συμβατική διευθέτηση
  • LAW
    acordo
    el
    συναίνεση
  • LAW
    acordo
    el
    συμφωνία
  • LAW
    acordo
    el
    συμβόλαιον
  • GATT / trade policy / international agreement / World Trade Organisation / international trade
    Acordo OMC / Acordo que institui a Organização Mundial do Comércio / Acordo que Cria a Organização Mundial do Comércio
    el
    Συμφωνία ΠΟΕ, Συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου
  • international agreement / EU relations / international trade / technical regulations
    Acordo sobre os Obstáculos Técnicos ao Comércio / Acordo OTC
    el
    Συμφωνία για τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο
  • international agreement / European construction / ECONOMICS / TRADE / international trade / European organisation
    Acordo sobre o Espaço Económico Europeu / Acordo sobre o Espaço Económico Europeu / Acordo EEE
    el
    Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρo
  • European Union membership
    acordo cego / Brexit cego
    el
    «τυφλό Brexit»
  • EU financing
    Acordo FEIE
    el
    συμφωνία ΕΤΣΕ
  • LAW / POLITICS
    Acordo SALT
    el
    συμφωνία SALT
  • international trade / intellectual property / international agreement / GATT / World Trade Organisation
    Acordo sobre os Aspetos dos Direitos de Propriedade Intelectual relacionados com o Comércio / Acordo TRIPS
    el
    Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, συμφωνία TRIPS
  • international agreement / fiscal policy
    Acordo Intergovernamental FATCA / Acordo FATCA / AIG FATCA
    el
    Συμφωνία FATCA
  • EUROPEAN UNION / international law
    acordo misto
    el
    μικτή συμφωνία
  • FINANCE
    acordo final
    el
    οριστικός διακανονισμός, οριστική διευθέτηση, οριστικός συμβιβασμός
  • taxation
    decisão fiscal prévia / acordo fiscal / acordo fiscal prévio
    el
    φορολογική ερμηνευτική απόφαση, φορολογική συμφωνία τύπου "tax ruling"
  • civil law
    pacto verbal / acordo verbal
    el
    προφορική συμφωνία
  • competition law / European Union law
    acordo de investigação e desenvolvimento / acordo de I&D
    el
    συµφωνία Ε & Α, συμφωνία έρευνας και ανάπτυξης
  • mechanical engineering / earth sciences / LAW / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    acordo prévio
    el
    προσύμφωνο, προκαταρκτικό συμφωνίας, προαποδοχή συμφωνίας
  • ENVIRONMENT
    acordo Marpol
    el
    συμφωνία (στο πλαίσιο της) MARPOL (στο πλαίσιο, συμφωνία (στο πλαίσιο της MARPOL (στο πλαίσιο
  • LAW
    acordo tácito
    el
    σιωπηρή συμφωνία
  • administrative law
    acordo prévio
    el
    διαβούλευση
  • defence / LAW
    acordo de paz
    el
    αποκατάσταση της ειρήνης
  • communications
    acordo da UPU
    el
    συμφωνία της Π.Τ.Ε
  • defence / international organisation / POLITICS
    acordo de paz
    el
    ειρηνευτική συμφωνία
  • international agreement / defence
    Acordo Provisório entre os Estados Unidos da América e a União das República Socialistas Soviéticas sobre Certas Medidas relativas à Limitação das Armas Estratégicas Ofensivas / Acordo Provisório SALT I / Acordo SALT I
    el
    Συμφωνία Περιορισμού των Στρατηγικών Όπλων Ι, SALT I
  • international agreement / EU relations / ENVIRONMENT
    Acordo respeitante à Cooperação na Luta contra a Poluição do Mar do Norte por Hidrocarbonetos e outras Substâncias Perigosas / Acordo de Bona
    el
    Συμφωνία συνεργασίας για την καταπολέμηση της ρύπανσης της Βόρειας Θάλασσας από τους υδρογονάνθρακες και άλλες επικίνδυνες ουσίες, Συμφωνία της Βόννης
  • FINANCE
    acordo de crédito recíproco / acordo de swap
    el
    συμφωνία swap, όριο συναλλαγών σε εργασίες swap
  • international cooperation / international agreement / international affairs / agreement (EU) / environmental policy
    Acordo EUR-OPA / EUR-OPA / Acordo parcial aberto do Conselho da Europa em matéria de prevenção, proteção e organização de socorros em caso de riscos naturais e tecnológicos graves / Acordo Parcial Aberto do Conselho da Europa sobre Riscos Graves
    el
    Ανοικτή Μερική Συμφωνία για την πρόληψη, προστασία και οργάνωση βοήθειας έναντι των μεγάλων φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών
  • international agreement / EU relations / European Union
    Acordo entre os Estados-Membros das Comunidades Europeias sobre a Simplificação e a Modernização das Formas de Transmissão dos Pedidos de Extradição / Acordo Telefax
    el
    Συμφωνία μεταξύ των δώδεκα κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την απλούστευση και τον εκσυγχρονισμό των τρόπων διαβίβασης των αιτήσεων για έκδοση, Συμφωνία του Σαν Σεμπαστιάν, Συμφωνία "Telefax"
  • ENVIRONMENT
    Convenção de Oslo / acordo de Oslo
    el
    συμφωνία του 1/4σλο
  • ENVIRONMENT
    acordos (legal) / acordo (legal)
    el
    συμφωνία (νομικός όρος)
  • insurance
    acordo de subscrição tardia / acordo de slip
    el
    συμφωνία slip
  • administrative law / international organisation
    acordo relativo à sede / acordo de sede
    el
    συμφωνία περί έδρας, συμφωνία σχετικά με την έδρα
  • international agreement
    acordo de sede
    el
    συμφωνία έδρας
  • LAW / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    acordo parcial
    el
    μερική συμφωνία
  • insurance
    acordo TOVALOP
    el
    TOVALOP
  • international agreement / European Union law
    acordo de sede
    el
    συμφωνία έδρας, συμφωνία για την έδρα
  • ECONOMICS
    acordo de swap
    el
    συμφωνία "swap"
  • international agreement / European Union membership
    Acordo de Saída / Acordo sobre a saída do Reino Unido da Grã-Bretanha e da Irlanda do Norte da União Europeia e da Comunidade Europeia da Energia Atómica
    el
    συμφωνία αποχώρησης μεταξύ ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου, συμφωνία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
  • international finance
    acordo de crédito contingente / acordo stand-by
    el
    συμφωνία stand-by
  • international instrument
    de comum acordo
    el
    κατόπιν κοινής συμφωνίας, με κοινή συμφωνία
  • European Union membership / international agreement
    acordo de saída
    el
    συμφωνία αποχώρησης
  • Procedural law
    acordo amigável
    el
    φιλικός διακανονισμός
  • European Union membership
    Brexit sem acordo / saída sem acordo / falta de acordo / rutura absoluta
    el
    αποχώρηση χωρίς συμφωνία
  • international agreement / climate change policy
    Acordo de Paris sobre as alterações climáticas / Acordo de Paris no âmbito da Convenção-Quadro das Nações Unidas sobre Alterações Climáticas / Acordo de Paris
    el
    Συμφωνία των Παρισίων στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, συμφωνία του Παρισιού
  • criminal law
    acordo de culpa / sentença negociada / negociação de culpa
    el
    δικαστικός διακανονισμός, διαπραγμάτευση με τον εισαγγελέα, δικαστική διαπραγμάτευση
  • international agreement / land transport / EU relations / tourism
    Acordo Interbus / Acordo relativo ao Transporte Internacional Ocasional de Passageiros em Autocarro
    el
    Συμφωνία Interbus, Συμφωνία σχετικά με τις έκτακτες διεθνείς μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία
  • fisheries policy / fishing agreement
    Acordo de Nauru / Acordo de Nauru relativo à cooperação na gestão das pescarias de interesse comum
    el
    Συμφωνία του Ναουρού, Συμφωνία του Ναουρού σχετικά με τη συνεργασία για τη διαχείριση της αλιείας σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – acordo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-05-30 23:04:48]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada acordo

thumbnail gesto
ver

Provérbios

  • Mais vale mau acordo do que boa demanda.
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • international agreement / LAW
    acordo
    el
    συμφωνία
  • LAW
    acordo / aceitação
    el
    συγκατάθεση
  • LAW
    acordo
    el
    συμβατική διευθέτηση
  • LAW
    acordo
    el
    συναίνεση
  • LAW
    acordo
    el
    συμφωνία
  • LAW
    acordo
    el
    συμβόλαιον
  • GATT / trade policy / international agreement / World Trade Organisation / international trade
    Acordo OMC / Acordo que institui a Organização Mundial do Comércio / Acordo que Cria a Organização Mundial do Comércio
    el
    Συμφωνία ΠΟΕ, Συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου
  • international agreement / EU relations / international trade / technical regulations
    Acordo sobre os Obstáculos Técnicos ao Comércio / Acordo OTC
    el
    Συμφωνία για τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο
  • international agreement / European construction / ECONOMICS / TRADE / international trade / European organisation
    Acordo sobre o Espaço Económico Europeu / Acordo sobre o Espaço Económico Europeu / Acordo EEE
    el
    Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρo
  • European Union membership
    acordo cego / Brexit cego
    el
    «τυφλό Brexit»
  • EU financing
    Acordo FEIE
    el
    συμφωνία ΕΤΣΕ
  • LAW / POLITICS
    Acordo SALT
    el
    συμφωνία SALT
  • international trade / intellectual property / international agreement / GATT / World Trade Organisation
    Acordo sobre os Aspetos dos Direitos de Propriedade Intelectual relacionados com o Comércio / Acordo TRIPS
    el
    Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, συμφωνία TRIPS
  • international agreement / fiscal policy
    Acordo Intergovernamental FATCA / Acordo FATCA / AIG FATCA
    el
    Συμφωνία FATCA
  • EUROPEAN UNION / international law
    acordo misto
    el
    μικτή συμφωνία
  • FINANCE
    acordo final
    el
    οριστικός διακανονισμός, οριστική διευθέτηση, οριστικός συμβιβασμός
  • taxation
    decisão fiscal prévia / acordo fiscal / acordo fiscal prévio
    el
    φορολογική ερμηνευτική απόφαση, φορολογική συμφωνία τύπου "tax ruling"
  • civil law
    pacto verbal / acordo verbal
    el
    προφορική συμφωνία
  • competition law / European Union law
    acordo de investigação e desenvolvimento / acordo de I&D
    el
    συµφωνία Ε & Α, συμφωνία έρευνας και ανάπτυξης
  • mechanical engineering / earth sciences / LAW / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    acordo prévio
    el
    προσύμφωνο, προκαταρκτικό συμφωνίας, προαποδοχή συμφωνίας
  • ENVIRONMENT
    acordo Marpol
    el
    συμφωνία (στο πλαίσιο της) MARPOL (στο πλαίσιο, συμφωνία (στο πλαίσιο της MARPOL (στο πλαίσιο
  • LAW
    acordo tácito
    el
    σιωπηρή συμφωνία
  • administrative law
    acordo prévio
    el
    διαβούλευση
  • defence / LAW
    acordo de paz
    el
    αποκατάσταση της ειρήνης
  • communications
    acordo da UPU
    el
    συμφωνία της Π.Τ.Ε
  • defence / international organisation / POLITICS
    acordo de paz
    el
    ειρηνευτική συμφωνία
  • international agreement / defence
    Acordo Provisório entre os Estados Unidos da América e a União das República Socialistas Soviéticas sobre Certas Medidas relativas à Limitação das Armas Estratégicas Ofensivas / Acordo Provisório SALT I / Acordo SALT I
    el
    Συμφωνία Περιορισμού των Στρατηγικών Όπλων Ι, SALT I
  • international agreement / EU relations / ENVIRONMENT
    Acordo respeitante à Cooperação na Luta contra a Poluição do Mar do Norte por Hidrocarbonetos e outras Substâncias Perigosas / Acordo de Bona
    el
    Συμφωνία συνεργασίας για την καταπολέμηση της ρύπανσης της Βόρειας Θάλασσας από τους υδρογονάνθρακες και άλλες επικίνδυνες ουσίες, Συμφωνία της Βόννης
  • FINANCE
    acordo de crédito recíproco / acordo de swap
    el
    συμφωνία swap, όριο συναλλαγών σε εργασίες swap
  • international cooperation / international agreement / international affairs / agreement (EU) / environmental policy
    Acordo EUR-OPA / EUR-OPA / Acordo parcial aberto do Conselho da Europa em matéria de prevenção, proteção e organização de socorros em caso de riscos naturais e tecnológicos graves / Acordo Parcial Aberto do Conselho da Europa sobre Riscos Graves
    el
    Ανοικτή Μερική Συμφωνία για την πρόληψη, προστασία και οργάνωση βοήθειας έναντι των μεγάλων φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών
  • international agreement / EU relations / European Union
    Acordo entre os Estados-Membros das Comunidades Europeias sobre a Simplificação e a Modernização das Formas de Transmissão dos Pedidos de Extradição / Acordo Telefax
    el
    Συμφωνία μεταξύ των δώδεκα κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την απλούστευση και τον εκσυγχρονισμό των τρόπων διαβίβασης των αιτήσεων για έκδοση, Συμφωνία του Σαν Σεμπαστιάν, Συμφωνία "Telefax"
  • ENVIRONMENT
    Convenção de Oslo / acordo de Oslo
    el
    συμφωνία του 1/4σλο
  • ENVIRONMENT
    acordos (legal) / acordo (legal)
    el
    συμφωνία (νομικός όρος)
  • insurance
    acordo de subscrição tardia / acordo de slip
    el
    συμφωνία slip
  • administrative law / international organisation
    acordo relativo à sede / acordo de sede
    el
    συμφωνία περί έδρας, συμφωνία σχετικά με την έδρα
  • international agreement
    acordo de sede
    el
    συμφωνία έδρας
  • LAW / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    acordo parcial
    el
    μερική συμφωνία
  • insurance
    acordo TOVALOP
    el
    TOVALOP
  • international agreement / European Union law
    acordo de sede
    el
    συμφωνία έδρας, συμφωνία για την έδρα
  • ECONOMICS
    acordo de swap
    el
    συμφωνία "swap"
  • international agreement / European Union membership
    Acordo de Saída / Acordo sobre a saída do Reino Unido da Grã-Bretanha e da Irlanda do Norte da União Europeia e da Comunidade Europeia da Energia Atómica
    el
    συμφωνία αποχώρησης μεταξύ ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου, συμφωνία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
  • international finance
    acordo de crédito contingente / acordo stand-by
    el
    συμφωνία stand-by
  • international instrument
    de comum acordo
    el
    κατόπιν κοινής συμφωνίας, με κοινή συμφωνία
  • European Union membership / international agreement
    acordo de saída
    el
    συμφωνία αποχώρησης
  • Procedural law
    acordo amigável
    el
    φιλικός διακανονισμός
  • European Union membership
    Brexit sem acordo / saída sem acordo / falta de acordo / rutura absoluta
    el
    αποχώρηση χωρίς συμφωνία
  • international agreement / climate change policy
    Acordo de Paris sobre as alterações climáticas / Acordo de Paris no âmbito da Convenção-Quadro das Nações Unidas sobre Alterações Climáticas / Acordo de Paris
    el
    Συμφωνία των Παρισίων στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, συμφωνία του Παρισιού
  • criminal law
    acordo de culpa / sentença negociada / negociação de culpa
    el
    δικαστικός διακανονισμός, διαπραγμάτευση με τον εισαγγελέα, δικαστική διαπραγμάτευση
  • international agreement / land transport / EU relations / tourism
    Acordo Interbus / Acordo relativo ao Transporte Internacional Ocasional de Passageiros em Autocarro
    el
    Συμφωνία Interbus, Συμφωνία σχετικά με τις έκτακτες διεθνείς μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία
  • fisheries policy / fishing agreement
    Acordo de Nauru / Acordo de Nauru relativo à cooperação na gestão das pescarias de interesse comum
    el
    Συμφωνία του Ναουρού, Συμφωνία του Ναουρού σχετικά με τη συνεργασία για τη διαχείριση της αλιείας σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Bom Português
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – acordo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-05-30 23:04:48]. Disponível em