alimentar

a.li.men.tar
ɐlimẽˈtar
adjetivo de 2 géneros
1.
τροφικός
cadeia alimentar
τροφική αλυσίδα
hábitos alimentares
τροφικές συνήθειες
intoxicação alimentar
τροφική δηλητηρίαση
2.
διατροφής
produtos alimentares
προϊόντα διατροφής
regime alimentar
πρόγραμμα διατροφής
3.
τροφίμων
conservas alimentares
κονσέρβες τροφίμων
indústrias alimentares
βιομηχανίες τροφίμων
química alimentar
χημεία τροφίμων
verbo transitivo
1.
ταΐζω, τρέφω, θρέφω
a enfermeira alimenta o doente
η νοσοκόμα θρέφει τον ασθενή
alimenta os cães com restos de comida
ταΐζει τα σκυλιά με περισσεύματα φαγητού
alimentar galinhas com farelo
ταΐζω κότες με πίτουρο
alimentar uma criança
τρέφω ένα παιδί
2.
figurado τρέφω, θρέφω
alimentar um desejo íntimo
τρέφω μια κρυφή επιθυμία
as dificuldades alimentaram a sua força de vontade
οι δυσκολίες έθρεψαν τη θέλησή του
ele alimenta sozinho a família
θρέφει την οικογένεια μόνος του
não vou continuar a alimentar parasitas!
δεν θα συνεχίσω να τρέφω παρακεντέδες!
3.
τροφοδοτώ
alimentar a lareira com lenha
τροφοδοτώ το τζάκι με ξύλα
alimentar com corrente elétrica
τροφοδοτώ με ηλεκτρικό ρεύμα
escândalo que alimenta os comentários
σκάνδαλο που τροφοδοτεί πολλά σχόλια
base alimentar
βάση διατροφής
bolo alimentar
τροφικός βλωμός
distúrbios alimentares
πεπτικές διαταραχές
suco alimentar
τροφικός χυμός
ANAGRAMAS
Porto Editora – alimentar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 04:55:48]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
utilização dos produtos agrícolas no setor não alimentar
χρήση γεωργικών πρώτων υλών για σκοπούς άλλους από τη διατροφή
ajuda alimentar / auxílio alimentar
επισιτιστική βοήθεια
cultura alimentar
καλλιέργεια για διατροφή, καλλιέργεια ειδών διατροφής
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR
produto alimentar orgânico
οικολογικό τρόφιμο
preparado alimentar composto
σύνθετο παρασκεύασμα τροφίμων
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR, INDÚSTRIA
indústria alimentar
βιομηχανία ειδών διατροφής, βιομηχανία τροφίμων
VER +