Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
as.cen.den.teseparador fonéticaɐʃsẽˈdẽt(ə)
adjetivo de 2 géneros
1.
ανοδικός, ανιών
marcha ascendente
ανοδική πορεία
movimento ascendente
ανιούσα κίνηση
tendência ascendente do preço do petróleo
ανοδική τάση της τιμής του πετρελαίου
2.
MÚSICA ανιών
escala ascendente
ανιούσα κλίμακα
som ascendente
ανιών ήχος
nome de 2 géneros
πρόγονος
diz que tem ascendentes nobres
λέει πως έχει ευγενείς προγόνους
nome masculino
1.
επιρροή feminino
exercer ascendente (sobre alguém)
ασκώ επιρροή (κάνω σε κάποιον)
não quer admitir o ascendente que a mulher tem sobre ele
δεν θέλει να παραδεχτεί την επιρροή που ασκεί πάνω του η γυναίκα του
2.
ASTROLOGIA
ζώδιο που ανέρχεται στον ορίζοντα όταν γεννιέται κάποιος

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • Family law
    ascendente
    el
    ανιών
  • information technology and data processing
    ascendente / da base para o topo
    el
    από κάτω προς την κορυφή
  • LAW / statistics / SOCIAL QUESTIONS
    ascendente
    el
    ανιών συγγενής, ανιών, πρόγονος
  • medical science
    ascendente
    el
    πρόγονος, ανιών
  • nó ascendente
    el
    ανιών κόμβος δορυφόρου
  • land transport / TRANSPORT
    via ascendente
    el
    γραμμή κατερχομένων αμαξοστοιχιών, γραμμή περιττού αριθμού
  • space transport / communications systems / space science
    nodo ascendente
    el
    ανοδικό ισημερινό σημείο
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    maré ascendente / enchente
    el
    πλημμυρίς
  • mechanical engineering
    extremidade ascendente / ramal ascendente
    el
    ανερχόμενος κλάδος συρματόσχοινου
  • data processing / information technology and data processing
    haste ascendente
    el
    αναβάτης
  • ECONOMICS / FINANCE / commercial transaction
    leilão ascendente
    el
    δημοπρασία αυξανόμενου ρολογιού, δημοπρασία αυξανόμενου τιμήματος
  • FINANCE
    método ascendente
    el
    μέθοδος "bottom-up"
  • mechanical engineering / industrial structures
    prensa ascendente
    el
    ανοδικό πιεστήριο
  • data processing / information technology and data processing
    índice ascendente
    el
    ευρετήριο κατά αύξουσα σειρά
  • communications
    ligação Terra-espaço / ligação ascendente
    el
    ανώζευξη 2)ανοδική ζεύξη, ανερχόμενη ζεύξη
  • communications policy / TRANSPORT
    ligação ascendente com um satélite / ligação ascendente
    el
    ανερχόμενη ζεύξη, ανοδική ζεύξη, ανοδική σύνδεση προς δορυφόρο
  • land transport / TRANSPORT
    comboio ascendente
    el
    ανερχόμενη αμαξοστοιχία, αμαξοστοιχία άρτιου αριθμού
  • communications systems
    ligação ascendente
    el
    ανοδική σύνδεση (προς δορυφόρο)
  • earth sciences
    ascendência / corrente ascendente / corrente ascensional
    el
    ανοδικό ρεύμα
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    corrosão ascendente / perfuração ascendente / erosão por efeito de broca
    el
    διάβρωση απο ανοδικά ρεύματα
  • life sciences
    radiação total ascendente / radiação ascendente
    el
    ανοδική ολική ακτινοβολία
  • information technology and data processing
    conceção ascendente
    el
    σχεδιασμός από κάτω προς την κορυφή
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    corrente ascendente
    el
    ανοδικό ρεύμα
  • earth sciences / land transport / TRANSPORT
    corrente ascendente
    el
    ανώρευμα
  • information technology and data processing / management
    abordagem a partir da base / abordagem base-topo / abordagem ascendente
    el
    προσέγγιση "από το ειδικό στο γενικό", προσέγγιση "εκ των κάτω προς τα άνω"
  • medical science
    UPR / urografia retrógrada / urografia ascendente / ureteropielografia instrumental / ureteropielografia ascendente / ureteropielografia retrógrada
    el
    ανιούσα ουρητηροπυελογραφία, UPR
  • SCIENCE / FINANCE
    triângulo ascendente
    el
    σχηματισμός ανοδικού τριγώνου, ανοδικό τρίγωνο τιμών
  • FINANCE
    triângulo ascendente
    el
    τρίγωνο αντίστασης
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    movimento ascendente
    el
    προς τα πάνω διαδρομή εμβόλου, ανοδική διαδρομή
  • chemical compound / industrial structures
    soldadura ascendente
    el
    συγκόλληση προς τα πάνω
  • electronics and electrical engineering
    trajetória Terra-satélite / trajetória ascendente / trajetória Terra-espaço
    el
    διαδρομή γη-προς-διάστημα, διαδρομή γη-προς-δορυφόρο, ανερχόμενη διαδρομή
  • industrial structures
    retorcedor ascendente
    el
    στριπτική μηχανή με ορόφους
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    instalação ascendente
    el
    εσωτερική γραμμή ανύψωσης
  • industrial structures / technology and technical regulations
    retorcedor ascendente
    el
    αδελφωτική στριπτική μηχανή
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    canal de ventilação do queimador / canal de ar ascendente
    el
    μηχανισμός ανυψώσεως καυστήρα
  • mechanical engineering / earth sciences
    linha ascendente dupla
    el
    διπλός ανερχόμενος αγωγός
  • social analysis / economic convergence
    convergência ascendente / convergência económica e social ascendente
    el
    ανοδική σύγκλιση, ανοδική οικονομική και κοινωνική σύγκλιση
  • electronics and electrical engineering
    característica ascendente
    el
    χαρακτηριστική αύξησης
  • information technology and data processing
    compatibilidade ascendente
    el
    συμβατότητα προς τα επάνω
  • electronics and electrical engineering / information technology and data processing
    compatibilidade ascendente
    el
    ανωφερώς συμβατό
  • data processing / information technology and data processing
    índice numérico ascendente
    el
    ευρετήριο κατά αύξουσα αριθμητική σειρά
  • building and public works
    poço de drenagem ascendente / poço de descompressão / poço de alívio
    el
    ανακουφιστικόν φρέαρ στραγγίσεως
  • statistics
    método do ascendente máximo / método do máximo declive positivo
    el
    μέθοδος ταχύτατης καθόδου
  • communications
    bloco de ligação ascendente
    el
    μπλοκ στη ζεύξη προς το δορυφόρο
  • social structure / social sciences
    mobilidade social ascendente / ascensão social
    el
    ανοδική κινητικότητα
  • land transport / TRANSPORT
    percurso em rampa ascendente
    el
    διαδρομή σε ανωφέρεια, διαδρομή σε ανηφόρα
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – ascendente no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-26 10:28:01]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • Family law
    ascendente
    el
    ανιών
  • information technology and data processing
    ascendente / da base para o topo
    el
    από κάτω προς την κορυφή
  • LAW / statistics / SOCIAL QUESTIONS
    ascendente
    el
    ανιών συγγενής, ανιών, πρόγονος
  • medical science
    ascendente
    el
    πρόγονος, ανιών
  • nó ascendente
    el
    ανιών κόμβος δορυφόρου
  • land transport / TRANSPORT
    via ascendente
    el
    γραμμή κατερχομένων αμαξοστοιχιών, γραμμή περιττού αριθμού
  • space transport / communications systems / space science
    nodo ascendente
    el
    ανοδικό ισημερινό σημείο
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    maré ascendente / enchente
    el
    πλημμυρίς
  • mechanical engineering
    extremidade ascendente / ramal ascendente
    el
    ανερχόμενος κλάδος συρματόσχοινου
  • data processing / information technology and data processing
    haste ascendente
    el
    αναβάτης
  • ECONOMICS / FINANCE / commercial transaction
    leilão ascendente
    el
    δημοπρασία αυξανόμενου ρολογιού, δημοπρασία αυξανόμενου τιμήματος
  • FINANCE
    método ascendente
    el
    μέθοδος "bottom-up"
  • mechanical engineering / industrial structures
    prensa ascendente
    el
    ανοδικό πιεστήριο
  • data processing / information technology and data processing
    índice ascendente
    el
    ευρετήριο κατά αύξουσα σειρά
  • communications
    ligação Terra-espaço / ligação ascendente
    el
    ανώζευξη 2)ανοδική ζεύξη, ανερχόμενη ζεύξη
  • communications policy / TRANSPORT
    ligação ascendente com um satélite / ligação ascendente
    el
    ανερχόμενη ζεύξη, ανοδική ζεύξη, ανοδική σύνδεση προς δορυφόρο
  • land transport / TRANSPORT
    comboio ascendente
    el
    ανερχόμενη αμαξοστοιχία, αμαξοστοιχία άρτιου αριθμού
  • communications systems
    ligação ascendente
    el
    ανοδική σύνδεση (προς δορυφόρο)
  • earth sciences
    ascendência / corrente ascendente / corrente ascensional
    el
    ανοδικό ρεύμα
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    corrosão ascendente / perfuração ascendente / erosão por efeito de broca
    el
    διάβρωση απο ανοδικά ρεύματα
  • life sciences
    radiação total ascendente / radiação ascendente
    el
    ανοδική ολική ακτινοβολία
  • information technology and data processing
    conceção ascendente
    el
    σχεδιασμός από κάτω προς την κορυφή
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    corrente ascendente
    el
    ανοδικό ρεύμα
  • earth sciences / land transport / TRANSPORT
    corrente ascendente
    el
    ανώρευμα
  • information technology and data processing / management
    abordagem a partir da base / abordagem base-topo / abordagem ascendente
    el
    προσέγγιση "από το ειδικό στο γενικό", προσέγγιση "εκ των κάτω προς τα άνω"
  • medical science
    UPR / urografia retrógrada / urografia ascendente / ureteropielografia instrumental / ureteropielografia ascendente / ureteropielografia retrógrada
    el
    ανιούσα ουρητηροπυελογραφία, UPR
  • SCIENCE / FINANCE
    triângulo ascendente
    el
    σχηματισμός ανοδικού τριγώνου, ανοδικό τρίγωνο τιμών
  • FINANCE
    triângulo ascendente
    el
    τρίγωνο αντίστασης
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    movimento ascendente
    el
    προς τα πάνω διαδρομή εμβόλου, ανοδική διαδρομή
  • chemical compound / industrial structures
    soldadura ascendente
    el
    συγκόλληση προς τα πάνω
  • electronics and electrical engineering
    trajetória Terra-satélite / trajetória ascendente / trajetória Terra-espaço
    el
    διαδρομή γη-προς-διάστημα, διαδρομή γη-προς-δορυφόρο, ανερχόμενη διαδρομή
  • industrial structures
    retorcedor ascendente
    el
    στριπτική μηχανή με ορόφους
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    instalação ascendente
    el
    εσωτερική γραμμή ανύψωσης
  • industrial structures / technology and technical regulations
    retorcedor ascendente
    el
    αδελφωτική στριπτική μηχανή
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    canal de ventilação do queimador / canal de ar ascendente
    el
    μηχανισμός ανυψώσεως καυστήρα
  • mechanical engineering / earth sciences
    linha ascendente dupla
    el
    διπλός ανερχόμενος αγωγός
  • social analysis / economic convergence
    convergência ascendente / convergência económica e social ascendente
    el
    ανοδική σύγκλιση, ανοδική οικονομική και κοινωνική σύγκλιση
  • electronics and electrical engineering
    característica ascendente
    el
    χαρακτηριστική αύξησης
  • information technology and data processing
    compatibilidade ascendente
    el
    συμβατότητα προς τα επάνω
  • electronics and electrical engineering / information technology and data processing
    compatibilidade ascendente
    el
    ανωφερώς συμβατό
  • data processing / information technology and data processing
    índice numérico ascendente
    el
    ευρετήριο κατά αύξουσα αριθμητική σειρά
  • building and public works
    poço de drenagem ascendente / poço de descompressão / poço de alívio
    el
    ανακουφιστικόν φρέαρ στραγγίσεως
  • statistics
    método do ascendente máximo / método do máximo declive positivo
    el
    μέθοδος ταχύτατης καθόδου
  • communications
    bloco de ligação ascendente
    el
    μπλοκ στη ζεύξη προς το δορυφόρο
  • social structure / social sciences
    mobilidade social ascendente / ascensão social
    el
    ανοδική κινητικότητα
  • land transport / TRANSPORT
    percurso em rampa ascendente
    el
    διαδρομή σε ανωφέρεια, διαδρομή σε ανηφόρα
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – ascendente no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-26 10:28:01]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais