bastante

bas.tan.te
bɐʃˈtɐ̃t(ə)
adjetivo de 2 géneros
1.
αρκετός, επαρκής
acusações bastantes para o caso ser investigado
επαρκείς κατηγορίες ώστε να διερευνηθεί η υπόθεση
entra bastante luz
μπαίνει αρκετό φως
tem habilitações bastantes para concorrer ao cargo
έχει επαρκή προσόντα για να διεκδικήσει τη θέση
2.
αρκετός, κάμποσος
a casa tem bastantes quartos
το σπίτι έχει κάμποσα δωμάτια
levou-lhe bastante tempo a arrumar a casa
το συγύρισμα του σπιτιού της πήρε κάμποσο χρόνο
põe bastante açúcar no café
βάζει αρκετή ζάχαρη στον καφέ του
tenho bastantes livros
έχω αρκετά βιβλία
veio bastante gente
ήρθε κάμποσος κόσμος
pronome indefinido
1.
αρκετός, επαρκής
julguei que a comida era pouca, mas afinal havia bastante
νόμιζα ότι το φαΐ ήταν λίγο, μα τελικά είχε αρκετό
2.
αρκετός, κάμποσος
eu bebo pouca água, mas tu bebes bastante
εγώ πίνω λίγο νερό, αλλά εσύ πίνεις κάμποσο
ontem vieram poucos alunos, mas hoje eram bastantes
χτες ήρθαν λίγοι μαθητές, μα σήμερα ήταν αρκετοί
advérbio
1.
αρκετά
apesar de ser famoso, é bastante acessível
παρόλο που είναι διάσημος, είναι αρκετά προσιτός
chegou bastante atrasado
έφτασε αρκετά αργοπορημένος
dormi bastante
κοιμήθηκα αρκετά
é bastante rica
είναι αρκετά πλούσια
ele fala bastante
αυτός μιλάει αρκετά
está a dever bastante aos abastecedores
χρωστάει αρκετά στους προμηθευτές
este café é bastante bom
αυτός ο καφές είναι αρκετά καλός
este estudo absorve-o bastante
αυτή η μελέτη τον απορροφά αρκετά
eu comi pouco, mas ela comeu bastante
εγώ έφαγα λίγο, μα αυτή έφαγε αρκετά
foi bastante malcriado
ήταν αρκετά αγενής
matérias bastante complicadas
αρκετά πολύπλοκα ζητήματα
tem a saúde bastante abalada
η υγεία του είναι αρκετά κλονισμένη
2.
αρκετά, μάλλον
é bastante alto
είναι μάλλον ψηλός
estava bastante frio
έκανε μάλλον κρύο
já é bastante tarde
είναι ήδη μάλλον αργά
nome masculino
αρκετό neutro
aquilo foi o bastante para me pôr de sobreaviso
εκείνο ήταν αρκετό για να με βάλει σε επιφυλακή
interessou-se só o bastante para perceber o que se passava
ενδιαφέρθηκε μόνο το αρκετό ώστε να καταλάβει τι συνέβαινε
Porto Editora – bastante no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-28 23:45:36]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, CIÊNCIAS
bastante forte
αρκετά ισχυρός
CIÊNCIAS
o bentos, particularmente na zona nerítica, apresenta uma zonação vertical bastante evidente
το βένθος,κυρίως στην αιγιαλίτιδα ζώνη,παρουσιάζει σαφή κάθετη στρωμάτωση
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
mensagem de tipo administrativo bastante estruturada
αυστηρώς δομημένο διοικητικό μήνυμα