favoritos
bi.e.laseparador fonéticaˈbjɛlɐ
nome feminino
MECÂNICA μπιέλα, διωστήρας masculino
a biela de uma máquina
η μπιέλα μιας μηχανής
biela de conjugação
διωστήρας σύζευξης

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • mechanical engineering
    biela
    el
    διωστήρας, μπιέλα
  • mechanical engineering / motor vehicle industry
    biela / bielinha
    el
    ράβδος
  • mechanical engineering
    haste de ligação / biela
    el
    ελατηριωτή ράβδος, ελαστική ράβδος
  • mechanical engineering
    biela
    el
    ράβδος, μπιέλα, διωστήρας, μοχλός
  • mechanical engineering
    biela
    el
    μπιέλα, διωστήρας εμβόλου
  • mechanical engineering
    biela / barra
    el
    στρόφαλος ώσεως, μανιβέλα ώσεως
  • mechanical engineering
    haste dupla / biela dupla
    el
    διπλή ράβδος
  • mechanical engineering / earth sciences
    pé de biela
    el
    πούς διοστήρος
  • mechanical engineering
    pé da biela
    el
    άκρο εμβόλου διωστήρα, πάνω άκρο διωστήρα
  • mechanical engineering
    haste oblíqua / biela oblíqua
    el
    λοξή ράβδος
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de corte
    el
    ράβδος διάτμησης, πείρος διάτμησης
  • mechanical engineering
    corpo da biela
    el
    κορμός διωστήρα
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de apoio
    el
    ράβδος υποστηρίγματος, ράβδος προσάρτησης
  • mechanical engineering
    haste folgada / biela flutuante / haste flutuante
    el
    ράβδος χαλαρής σύνδεσης
  • mechanical engineering
    haste ajustável / biela ajustável
    el
    ρυθμιζόμενη ράβδος
  • mechanical engineering
    biela principal
    el
    κύρια ράβδος
  • mechanical engineering
    cabeça de biela
    el
    κεφαλή διωστήρα
  • machinery / land transport / mechanical equipment / mechanical engineering
    cabeça de biela
    el
    κεφαλή διοστήρα
  • mechanical engineering
    biela de engate
    el
    ράβδος οριζοντίωσης κατά την ανύψωση
  • mechanical engineering
    vareta de ligação / biela de direção
    el
    ράβδος σύνδεσης
  • land transport / TRANSPORT
    biela de reforço / vareta de reforço
    el
    βραχίονας αντίστασης, ράβδος παλινδρόμισης
  • mechanical engineering
    biela de comando / impulsor
    el
    ωστηρία ράβδος, διωστήρας
  • mechanical engineering
    biela de reforço / vareta de reforço
    el
    ράβδος παλινδρόμισης, βραχίονας αντίστασης
  • mechanical engineering
    biela da direção
    el
    βραχίονας διεύθυνσης οδηγών τροχών
  • mechanical engineering
    biela articulada
    el
    διωστήρας σταυρωτής κεφαλής
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de reforço
    el
    στυλίδιο, αντηρίδα
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela deslizante
    el
    ολισθαίνουσα ράβδος
  • mechanical engineering
    biela de comando
    el
    ράβδος ελέγχου
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de cilindro
    el
    βάκτρο γρύλου, κινητήρια ράβδος εμβολοφόρου γρύλου, έμβολο γρύλου
  • mechanical engineering
    biela de contacto
    el
    διωστήρας διακόπτη, διωστήρας διατροπέα
  • land transport / information technology and data processing / TRANSPORT
    biela de contacto
    el
    ράβδος επαφής
  • mechanical engineering
    pino de centragem / biela de centragem
    el
    πείρος κέντρωσης, βλήτρο διακρίβωσης κέντρωσης κατασκευαστικής συναρμολόγησης, πόντα, πόντα κοινή, πόντα αυτόματη, πείρος ευθυγράμμισης στην κατασκευαστική κλίνη συναρμολόγησης
  • mechanical engineering
    biela de charneira
    el
    άξονας στροφέα, βέργα γιγγλυμού
  • mechanical engineering
    biela de forquilha
    el
    διχαλωτός διωστήρας
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de charneira
    el
    άξονας στροφέα, βέργα γιγγλυμού
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de conjugação
    el
    ράβδος σύνδεσης
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de compensação
    el
    ράβδος εξισορρόπησης
  • mechanical engineering
    biela de imobilização
    el
    στύλος συγκράτησης, ράβδος ακινητοποίησης
  • mechanical engineering
    segmento do pé da biela
    el
    έδρανο κομβίου διωστήρα
  • mechanical engineering
    guia de biela de atuador
    el
    οδηγός κινητήριας ράβδου
  • mechanical engineering
    motor acionado por biela
    el
    κινητήρας με διωστήρα
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    pequena biela de cotovelo
    el
    βέργες μοχλικής διάταξης, ράβδοι κινηματισμού
  • mechanical engineering
    biela de ligação articulada
    el
    αρθρωτή συνδετήρια ράβδος
  • mechanical engineering
    biela de comando de rotação
    el
    περιστρεφόμενη ράβδος
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    pequena biela de meia abertura
    el
    βέργα ημιανοίγματος, βέργα ενδιάμεσου ανοίγματος
  • land transport / TRANSPORT
    ressonância da biela de comando
    el
    συντονισμός ράβδου ελέγχου
  • mechanical engineering
    biela de mudança de passo da pá
    el
    ράβδος μεταβολής βήματος πτερυγίου
  • mechanical engineering
    pé da biela com capa da chumaceira
    el
    έδρανο στροφάλου διωστήρα, μάτι διωστήρα
  • mechanical engineering
    tirante de controlo do leme de direção / biela de controlo do leme de direção
    el
    βραχίονας ελέγχου πηδαλίου διεύθυνσης
  • mechanical engineering
    mecanismo biela-manivela / biela-manivela
    el
    μηχανισμός διωστήρα, μηχανισμός στροφάλου, μηχανισμός μανιβέλας
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – biela no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-17 02:58:32]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • mechanical engineering
    biela
    el
    διωστήρας, μπιέλα
  • mechanical engineering / motor vehicle industry
    biela / bielinha
    el
    ράβδος
  • mechanical engineering
    haste de ligação / biela
    el
    ελατηριωτή ράβδος, ελαστική ράβδος
  • mechanical engineering
    biela
    el
    ράβδος, μπιέλα, διωστήρας, μοχλός
  • mechanical engineering
    biela
    el
    μπιέλα, διωστήρας εμβόλου
  • mechanical engineering
    biela / barra
    el
    στρόφαλος ώσεως, μανιβέλα ώσεως
  • mechanical engineering
    haste dupla / biela dupla
    el
    διπλή ράβδος
  • mechanical engineering / earth sciences
    pé de biela
    el
    πούς διοστήρος
  • mechanical engineering
    pé da biela
    el
    άκρο εμβόλου διωστήρα, πάνω άκρο διωστήρα
  • mechanical engineering
    haste oblíqua / biela oblíqua
    el
    λοξή ράβδος
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de corte
    el
    ράβδος διάτμησης, πείρος διάτμησης
  • mechanical engineering
    corpo da biela
    el
    κορμός διωστήρα
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de apoio
    el
    ράβδος υποστηρίγματος, ράβδος προσάρτησης
  • mechanical engineering
    haste folgada / biela flutuante / haste flutuante
    el
    ράβδος χαλαρής σύνδεσης
  • mechanical engineering
    haste ajustável / biela ajustável
    el
    ρυθμιζόμενη ράβδος
  • mechanical engineering
    biela principal
    el
    κύρια ράβδος
  • mechanical engineering
    cabeça de biela
    el
    κεφαλή διωστήρα
  • machinery / land transport / mechanical equipment / mechanical engineering
    cabeça de biela
    el
    κεφαλή διοστήρα
  • mechanical engineering
    biela de engate
    el
    ράβδος οριζοντίωσης κατά την ανύψωση
  • mechanical engineering
    vareta de ligação / biela de direção
    el
    ράβδος σύνδεσης
  • land transport / TRANSPORT
    biela de reforço / vareta de reforço
    el
    βραχίονας αντίστασης, ράβδος παλινδρόμισης
  • mechanical engineering
    biela de comando / impulsor
    el
    ωστηρία ράβδος, διωστήρας
  • mechanical engineering
    biela de reforço / vareta de reforço
    el
    ράβδος παλινδρόμισης, βραχίονας αντίστασης
  • mechanical engineering
    biela da direção
    el
    βραχίονας διεύθυνσης οδηγών τροχών
  • mechanical engineering
    biela articulada
    el
    διωστήρας σταυρωτής κεφαλής
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de reforço
    el
    στυλίδιο, αντηρίδα
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela deslizante
    el
    ολισθαίνουσα ράβδος
  • mechanical engineering
    biela de comando
    el
    ράβδος ελέγχου
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de cilindro
    el
    βάκτρο γρύλου, κινητήρια ράβδος εμβολοφόρου γρύλου, έμβολο γρύλου
  • mechanical engineering
    biela de contacto
    el
    διωστήρας διακόπτη, διωστήρας διατροπέα
  • land transport / information technology and data processing / TRANSPORT
    biela de contacto
    el
    ράβδος επαφής
  • mechanical engineering
    pino de centragem / biela de centragem
    el
    πείρος κέντρωσης, βλήτρο διακρίβωσης κέντρωσης κατασκευαστικής συναρμολόγησης, πόντα, πόντα κοινή, πόντα αυτόματη, πείρος ευθυγράμμισης στην κατασκευαστική κλίνη συναρμολόγησης
  • mechanical engineering
    biela de charneira
    el
    άξονας στροφέα, βέργα γιγγλυμού
  • mechanical engineering
    biela de forquilha
    el
    διχαλωτός διωστήρας
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de charneira
    el
    άξονας στροφέα, βέργα γιγγλυμού
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de conjugação
    el
    ράβδος σύνδεσης
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    biela de compensação
    el
    ράβδος εξισορρόπησης
  • mechanical engineering
    biela de imobilização
    el
    στύλος συγκράτησης, ράβδος ακινητοποίησης
  • mechanical engineering
    segmento do pé da biela
    el
    έδρανο κομβίου διωστήρα
  • mechanical engineering
    guia de biela de atuador
    el
    οδηγός κινητήριας ράβδου
  • mechanical engineering
    motor acionado por biela
    el
    κινητήρας με διωστήρα
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    pequena biela de cotovelo
    el
    βέργες μοχλικής διάταξης, ράβδοι κινηματισμού
  • mechanical engineering
    biela de ligação articulada
    el
    αρθρωτή συνδετήρια ράβδος
  • mechanical engineering
    biela de comando de rotação
    el
    περιστρεφόμενη ράβδος
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    pequena biela de meia abertura
    el
    βέργα ημιανοίγματος, βέργα ενδιάμεσου ανοίγματος
  • land transport / TRANSPORT
    ressonância da biela de comando
    el
    συντονισμός ράβδου ελέγχου
  • mechanical engineering
    biela de mudança de passo da pá
    el
    ράβδος μεταβολής βήματος πτερυγίου
  • mechanical engineering
    pé da biela com capa da chumaceira
    el
    έδρανο στροφάλου διωστήρα, μάτι διωστήρα
  • mechanical engineering
    tirante de controlo do leme de direção / biela de controlo do leme de direção
    el
    βραχίονας ελέγχου πηδαλίου διεύθυνσης
  • mechanical engineering
    mecanismo biela-manivela / biela-manivela
    el
    μηχανισμός διωστήρα, μηχανισμός στροφάλου, μηχανισμός μανιβέλας
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – biela no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-17 02:58:32]. Disponível em