bradar

bra.dar
brɐˈdar
verbo intransitivo
1.
φωνάζω, ξεφωνίζω, κραυγάζω, ουρλιάζω
bradava para que todos o ouvissem
κραύγαζε για να τον ακούσουν όλοι
não precisas de bradar tanto
δεν χρειάζεται να ξεφωνίζεις τόσο πολύ
2.
φωνάζω [de, από], ουρλιάζω [de, από], κραυγάζω [de, από]
bradar de desespero
κραυγάζω από απόγνωση
bradar de indignação
ουρλιάζω από αγανάκτηση
3.
φωνάζω [por, για]
bradar por auxílio
φωνάζω για βοήθεια
bradar por vingança
φωνάζω για εκδίκηση
verbo transitivo
φωνάζω
bradar os números sorteados
φωνάζω τα νούμερα που κληρώθηκαν
bradei que aquilo era uma injustiça
φώναξα ότι αυτό ήταν αδικία
excitado, pôs-se a bradar o resultado do jogo
ενθουσιασμένος, βάλθηκε να φωνάζει το αποτέλεσμα του αγώνα
bradar por (alguém)
φωνάζω (κάποιον) κραυγάζοντας
figurado que brada aos céus
εξόφθαλμος, ολοφάνερος
injustiça que brada aos céus
εξόφθαλμη αδικία
ANAGRAMAS
Porto Editora – bradar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 13:54:24]. Disponível em