distante

dis.tan.te
diʃˈtɐ̃t(ə)
adjetivo de 2 géneros
1.
απέχων, σε απόσταση
lugar distante 5 quilómetros da vila
μέρος απέχον 5 χιλιόμετρα από την κωμόπολη
2.
μακρινός, απομακρυσμένος, απόμακρος
aldeia distante de tudo
χωριό απομακρυσμένο από τα πάντα
o horizonte distante
ο μακρινός ορίζοντας
regiões distantes
απόμακρες περιοχές
3.
μακρινός
foi numa época distante da nossa
ήταν σε μια εποχή μακρινή από τη δική μας
4.
απόμακρος
um som distante
ένας απόμακρος ήχος
5.
figurado ονειροπόλος
tinha um ar/olhar distante
είχε ονειροπόλο ύφος/βλέμμα
6.
figurado απόμακρος, ψυχρός
atitude distante
απόμακρη στάση
um sorriso distante, que revelava desdém
ένα ψυχρό χαμόγελο, που έδειχνε απαξίωση
ANAGRAMAS
Porto Editora – distante no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 05:51:01]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
alvo distante
απομακρυσμένος στόχος
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
estação distante
απομακρυσμένος σταθμός
diagrama de difração de campo distante
εικόνα περίθλασης μακρινού πεδίου
região de campo distante
περιοχή μακρινού πεδίου
FINANÇAS
contrato de futuros mais distante
συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης με την απώτερη δυνατή λήξη
VER +