endoidecer

en.doi.de.cer
ẽdojdəˈser
verbo transitivo
τρελαίνω, παλαβώνω, αποτρελαίνω, λωλαίνω
esse barulho está a endoidecer-me!
αυτός ο θόρυβος θα με τρελάνει!
o desgosto endoideceu-a
ο καημός την τρέλανε
verbo intransitivo
1.
τρελαίνομαι, παραφρονώ, αποτρελαίνομαι, λωλαίνομαι
há quem diga que ele endoideceu
μερικοί λένε πως τρελάθηκε
2.
figurado τρελαίνομαι, αποτρελαίνομαι, λωλαίνομαι
para de me seringar, que ainda endoideço
πάψε να με πρήζεις, γιατί θα τρελαθώ
Porto Editora – endoidecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 11:20:35]. Disponível em