ho.ra
ˈɔrɐ
ˈɔrɐnome feminino
1.
ώρα
a ascensão durou três horas
η ανάβαση κράτησε τρεις ώρες
acertaram a hora da reunião
κανόνισαν την ώρα της συνάντησης
a esta hora
αυτή την ώρα
à hora do jantar/almoço
την ώρα του βραδινού/μεσημεριανού
a que horas anoitece?
τι ώρα νυχτώνει;
às dez horas
στις δέκα (η ώρα)
esperei duas horas
περίμενα δύο ώρες
é uma hora/são dez horas
είναι μία/δέκα η ώρα
hora da Europa Central
ώρα της Κεντρικής Ευρώπης
hora de chegada/partida
ώρα άφιξης/αναχώρησης
horas de atendimento
ώρες εξυπηρέτησης κοινού
horas de consulta
ώρες ιατρείου
horas de voo
ώρες πτήσης
levou um quarto de hora a chegar
έκανε ένα τέταρτο (της ώρας) για να φτάσει
marcar uma hora
κανονίζω μια ώρα
meia hora
μισή ώρα
no verão, às nove horas às vezes ainda é dia
το καλοκαίρι, καμιά φορά στις εννιά η ώρα ακόμα είναι μέρα
quando é a mudança da hora?
πότε είναι η αλλαγή της ώρας;
que horas são?
τι ώρα είναι;
são horas de acordares
είναι ώρα να ξυπνήσεις
são três horas em ponto
είναι τρεις ακριβώς
um dia tem vinte e quatro horas
μια μέρα έχει είκοσι τέσσερις ώρες
2.
ώρα, στιγμή
abençoada a hora em que confiei em ti!
ευλογημένη η ώρα που σ' εμπιστεύτηκα!
está na hora de irmos embora
ήρθε η στιγμή να φύγουμε
foram horas difíceis
ήταν δύσκολες ώρες
hora da morte
στιγμή του θανάτου
hora da vingança
ώρα της εκδίκησης
horas de lazer
στιγμές ανάπαυσης
não é boa hora para estarmos com conversas
δεν είναι καλή στιγμή για συζητήσεις
3.
plural ώρες
andou horas perdido nas vielas
έμεινε χαμένος επί ώρες στα σοκάκια
estive horas à espera!
περίμενα για ώρες!
a ... à hora
με ... την ώρα
o carro ia a 100 à hora
το αμάξι πήγαινε με 100 την ώρα a altas horas
τα άγρια μεσάνυχτα, αργά τη νύχτα
adiantar/atrasar a hora
πάω το ρολόι μπροστά/πίσω
à hora
1.
με την ώρα
ser pago à hora
πληρώνομαι με την ώρα2.
στην ώρα του
os autocarros nunca andam à hora!
τα λεωφορεία ποτέ δεν είναι στην ώρα τους! a horas
έγκαιρα, εγκαίρως
não chegou a horas
δεν έφτασε εγκαίρως a horas certas
σε σταθερές ώρες
a horas mortas
τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες
a qualquer hora
ανά πάσα στιγμή
a toda a hora
κάθε τρεις και λίγο, κάθε λίγο και λιγάκι
à última (da) hora
την τελευταία στιγμή, στο παρά πέντε
à uma hora
στην μία η ώρα
bater as horas
σημαίνω/χτυπώ τις ώρες
o relógio da igreja bate as horas
το ρολόι της εκκλησίας σημαίνει τις ώρες chegar a última hora (de alguém)
φτάνει η στερνή στιγμή (κάποιου)
dar horas
χτυπώ/σημαίνω τις ώρες
o relógio acaba de dar horas
το ρολόι μόλις χτύπησε την ώρα de hora a hora
κάθε μια ώρα, ανά ώρα
de hora para hora
από ώρα σε ώρα
de última hora
της τελευταίας στιγμής
foi uma decisão de última hora
ήταν μια απόφαση της τελευταίας στιγμήςnotícia de última hora
είδηση της τελευταίας στιγμής em boa/má hora
σε καλή/κακιά στιγμή
em cima da hora
την τελευταία στιγμή, πάνω στην ώρα
chegar (mesmo) em cima da hora
φτάνω (ακριβώς) πάνω στην ώρα é meia hora
είναι δώδεκα και μισή το μεσημέρι
estar/andar pela hora da morte
είμαι πανάκριβος
a gasolina está pela hora da morte
η βενζίνη είναι πανάκριβη estar na hora de
καιρός να, είναι η στιγμή για να
está na hora de irmos embora
καιρός να φύγουμε fazer horas (para)
σκοτώνω την ώρα μου (μέχρι)
estive a fazer horas para o encontro
σκότωσα την ώρα μου μέχρι τη συνάντηση fora de horas
παράωρα
hora a hora
ανά πάσα στιγμή
hora de ponta
ώρα αιχμής
às horas de ponta, o metro anda sempre cheio
στις ώρες αιχμής, το μετρό είναι πάντα γεμάτο hora de verão/inverno
θερινή/χειμερινή ώρα
hora H
ώρα μηδέν
hora legal
επίσημη ώρα
hora local
τοπική ώρα
horas a fio
ώρες ολόκληρες
RELIGIÃO (catolicismo) horas canónicas
κανονικές ώρες
horas de visita
ώρες επισκεπτηρίου
horas e horas
ατέλειωτες ώρες, ώρες ατελείωτες
esteve horas e horas ali à espera
ήταν εκεί ώρες ατελείωτες περιμένοντας horas extras/extraordinárias
υπερωρίες
horas mortas
νεκρές ώρες, ώρες ελάχιστης κίνησης
hora solar
ηλιακή ώρα
horas vagas
ελεύθερες ώρες
já são (mais que) horas de...
είναι (και με το παρά πάνω) ώρα για...
mais hora, menos hora
ανά πάσα στιγμή
na hora H
τη σωστή στιγμή
(não) ter horas para
(δεν) έχω συγκεκριμένη ώρα για
(não) ter horas para chegar ao emprego
(δεν) έχω συγκεκριμένη ώρα για να φτάσω στη δουλειά μου por hora
την ώρα
100 km por hora
100 χλμ την ώρα tarde e a más horas
με μεγάλη καθυστέρηση
chegar tarde e a más horas
φτάνω με μεγάλη καθυστέρηση tens/tem horas?
έχεις/έχετε ώρα;
ter as horas contadas
οι μέρες μου είναι μετρημένες
24 horas por dia
είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- trading operation / financial marketaté à horaelέγκυρη μέχρι ώρα
- life scienceshora legal / hora oficialelπολιτική ώρα
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
hora – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/hora [visualizado em 2026-07-21 07:09:43].
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- trading operation / financial marketaté à horaelέγκυρη μέχρι ώρα
- life scienceshora legal / hora oficialelπολιτική ώρα
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
hora – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/hora [visualizado em 2026-07-21 07:09:43].