malandro

malandra
ma.lan.dro
mɐˈlɐ̃dru
nome masculino, feminino
1.
λωποδύτης, παλιάνθρωπος
já o aconselhei a não andar com malandros
τον έχω ήδη συμβουλέψει να μην κάνει παρέα με λωποδύτες
2.
κατεργαράκος, μπαγάσας, σκανταλιάρης
ah, meu malandro, isso é que foi uma boa partida!
α ρε μπαγάσα, μας κορόιδεψες για τα καλά!
3.
τεμπελχανάς, τεμπέλαρος, τεμπέλης
o filho dele era um malandro, vivia sem fazer nada
ο γιος του ήταν ένας τεμπελχανάς, ζούσε χωρίς να κάνει τίποτε
adjetivo
1.
μόρτικος
anda na companhia de gente bem malandra
κάνει παρέα με πολύ μόρτικους ανθρώπους
2.
κατεργάρικος, σκανταλιάρικος
ter ar malandro
έχω κατεργάρικο ύφος
um sorriso malandro
ένα κατεργάρικο χαμόγελο
3.
πονηρός
um olhar malandro
ένα πονηρό βλέμμα
4.
τεμπέλικος
uma vida malandra, de descanso e nada mais
μια τεμπέλικη ζωή, ξεκούραση και τίποτε άλλο
CULINÁRIA arroz malandro
ρύζι μαγειρεμένο έτσι ώστε να μείνει μέρος από το ζουμί του
malandro
forma do verbo malandrar
1.ª pessoa do singular do presente do indicativo
eu malandro
Porto Editora – malandro no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 03:23:23]. Disponível em