mesquinhez

mes.qui.nhez
məʃkiˈɲeʃ
nome feminino
1.
καρμοιριά, τσιγγουνιά, τσιφουτιά
poupar assim em excesso, que mesquinhez!
να αποταμιεύει έτσι υπερβολικά, τι καρμοιριά!
todos conhecem a sua mesquinhez, e ninguém lhe pede uma ajuda
όλοι γνωρίζουν την τσιφουτιά του, και κανείς δε του ζητά κάποια βοήθεια
2.
μικροπρέπεια, μικρότητα, ευτέλεια
mesquinhez de espírito
μικρότητα πνεύματος
pessoa reles, com atitudes que só revelam mesquinhez
ποταπός άνθρωπος, με ενέργειες που δείχνουν μονάχα μικροπρέπεια
3.
στενότητα, μικρότητα
tem a combater a mesquinhez do espaço
έχει να αντιμετωπίσει τη στενότητα του χώρου
4.
μικρότητα, μετριότητα
a mesquinhez do resultado não espantou ninguém
η μετριότητα του αποτελέσματος δεν εξέπληξε κανένα
5.
μικρότητα, μικροπρέπεια
ninguém lhe perdoou aquela mesquinhez
κανείς δεν του συγχώρησε εκείνη τη μικρότητα
Porto Editora – mesquinhez no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 06:17:54]. Disponível em