remir-se

verbo pronominal
1.
εξαγοράζω τον εαυτό μου
um cativo que se remiu
ένας αιχμάλωτος που εξαγόρασε τον εαυτό του
2.
απαλλάσσομαι [de, από]
remir-se de uma dívida
απαλλάσσομαι από ένα χρέος
3.
εξιλεώνομαι [για]
deu-lhe um beijo para se remir do esquecimento
της έδωσε ένα φιλάκι για να εξιλεωθεί για την παράλειψη
rezava para se remir das suas culpas
προσευχόταν για να εξιλεωθεί για τα αμαρτήματά της
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – remir-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-07 02:41:11]. Disponível em