rodeado

rodeada
adjetivo
1.
περικυκλωμένος, τριγυρισμένος, περιβεβλημένος, ζωσμένος
casa rodeada de um muro
σπίτι περικυκλωμένο από μια μάντρα
palácio rodeado de grandes jardins
παλάτι περιβεβλημένο από μεγάλους κήπους
2.
περιβεβλημένος
cresceu num solar, rodeado de criadagem
μεγάλωσε σε έπαυλη, περιβεβλημένος από υπηρετικό προσωπικό
rodeado
forma do verbo rodear
particípio passado de rodear
Porto Editora – rodeado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 08:41:41]. Disponível em